Το ΠΑΛΙΟΓΕΦΥΡΟ (Ura Vjetër / Ura e Bibos)

Το ΠΑΛΙΟΓΕΦΥΡΟ (Ura Vjetër / Ura e Bibos)

Του Σπύρου Μαντά

{Στην προηγούμενη ανάρτηση μάθαμε για το γεφύρι της Κολορτζής, με το οποίο οι ταξιδιώτες από τα Γιάννινα έφταναν στο Αργυρόκαστρο.

Σήμερα θα μάθουμε για το λεγόμενο “Παλιογέφυρο”. Αυτό έπρεπε να το περάσουν όσοι -από το Αργυρόκαστρο- ήθελαν να συνεχίσουν για το Τεπελένι και βορειότερα.

Οι θέσεις και των δύο γεφυριών φαίνονται στον τότε χάρτη του Χρυσοχόου. Κάτω το γεφύρι της Κολορτζής, πάνω το Παλιογέφυρο}

Το Παλιογέφυρο βρισκόταν στις παρυφές του Αργυρόκαστρου, πάνω στον Δρίνο ποταμό. Εξυπηρετούσε τον δρόμο που έφευγε προς το Τεπελένι, αλλά ταυτόχρονα υπήρξε απαραίτητο πέρασμα και για τα απέναντι, τα σκαλωμένα στις πλαγιές του Λίγκου ή Τσαγιούπ χωριά της Λιούντζης ή Λιουντζουριάς -Κεστοράτι, Σαρακίνιστα, Στεγόπολη, Νόκοβο, Μέγγουλη, Ερίντι κ.ά. «Εξ Αργυροκάστρου…», έγραψε ο Emile Isambert, «διαπερώμεν τον Δρίνον επί γεφύρας τουρκικής σχεδόν απέναντι της πόλεως». Σήμερα οι Αλβανοί, άγνωστο γιατί, το θυμούνται ως γεφύρι του Μπίμπου (Ura e Bibos).

Επρόκειτο για μεγάλο γεφύρι, πολύτοξο και άκρως εντυπωσιακό, που όμως, δυστυχώς, χάθηκε οριστικά μεταπολεμικά. Ωστόσο μία ιδέα τού μεγέθους, της επιβλητικότητάς του, μπορούμε να πάρουμε ακόμη και σήμερα, παρατηρώντας ένα τόξο του που, γερασμένο πια, εξακολουθεί να παραμένει όρθιο -ανοίγει 10,80 μ. κι ανασηκώνεται έως 5,00 Το πλάτος του διαδρόμου διάβασης μετράμε 2,90.

Ευτυχώς την παλαιά, αρχική του μορφή, γιατί επακολούθησαν αρκετές επισκευές, διέσωσε ο William Martin Leake που βρέθηκε εδώ στις 27 Δεκεμβρίου του 1804. Περνώντας δίπλα από το Αργυρόκαστρο, σημείωσε: «…το αφήσαμε [το Αργυρόκαστρο] στα αριστερά και διαβαίνοντας μια υψηλή στενή γέφυρα τεσσάρων αψίδων κάτω από την πόλη, σταματήσαμε λίγο παραπέρα, σε είκοσι λεπτά, σε μια βρύση».

Μια κάποια εικόνα του γεφυριού, μπορούμε επίσης να έχουμε απ’ τη σύντομη, σαν σκίτσο, περιγραφή του Edward Lear -αυτός πέρασε από εδώ την 1 Νοεμβρίου του 1848 αλλά δυστυχώς δεν το ζωγράφισε:

«Γύρω στις τέσσερις φτάσαμε απέναντι απ’ το Αργυρόκαστρο, σε μια γέφυρα πάνω στο Δρίνο, από κείνες τις χωρίς παραπέτα υψηλές τοξωτές κατασκευές, που ανασηκώνονται με τον πιο επικίνδυνο τρόπο έως ότου με μια απότομη κάθοδο να σε φέρουν στην απέναντι όχθη».

Είχε χτιστεί το 1750 από τον Αργυροκαστρίτη Αληζότ πασά, για να συνδέει, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ι. Λαμπρίδης, «..την πρωτεύουσαν της επαρχίας μετά των Ζωγραφείων διδασκαλείων»! Ο ίδιος μας αναφέρει και το μετέπειτα ιστορικό τής συντήρησης της γέφυρας: «…εν πολλοίς δε βραδύτερον βλαβείσα ανεσκευάσθη (1835) παρά της Αϊσέ, απογόνου του ιδρυτού και μητρός του γνωστού κατά πάσαν την επαρχίαν Ναϊμ Μπέϋ. Άλλ’ όμως και προς την επισκευήν ταύτης μετέσχον και οι χριστιανοί των πέριξ, μετακομίσαντες το υλικόν. Και πάλι δε βλάβας υποστάσαν επιδιώρθωσε δι’ 65000 γρ. κατά το έτος τούτο ο γενναιότατος εν τω ευεργετείν Χρηστάκης Ζωγράφος». Να πούμε πως ο Ζωγράφος έκανε την τελευταία επισκευή, το 1876 συγκεκριμένα, γιατί το γεφύρι είχε σχεδόν αχρηστευτεί από το 1869, όπως μας πληροφορεί η ελληνοτουρκική εφημερίδα «Γιάνγια-Ιωάννινα»: «…κατέπεσαν η γέφυρα του Σούμπαση, κειμένη μεταξύ Αργυροκάστρου και Τεπελενίου ως και άλλη τις κειμένη δυτικώς του Αργυροκάστρου».

Τούτη η επισκευή έγινε κατόπιν παράκλησης προς τον Χρηστάκη Ζωγράφο τού τότε διοικητή του Αργυροκάστρου Χαηρδήν πασά, αναφέρει σε άρθρο της πάλι η εφημερίδα «Γιάνγια-Ιωάννινα» -μαζί πραγματοποιήθηκε επισκευή και του γεφυριού της Κολορτζής. Διαβάζουμε: «Επιστέλλουσιν εξ Αργυροκάστρου… επειδή τα γλισχρά εισοδήματα της ημετέρας Δημαρχίας δεν επαρκούσιν εις τοιαύτας δαπάνας, αναβαινούσας κατά την έκθεσιν των πραγματογνώμων εις εξήκοντα πέντε χιλιάδας γρόσια, η δε επισκευή των γεφυρών τούτων δι’ εράνου πλείστας όσας θέλει απαντήσει τας δυσκολίας, ο Διοικητής Αργυροκάστρου Ε. Χαηρδήν Πασσάς, ανέφερε τούτο δι’ ιδιαιτέρας επιστολής του εις τον εν Κωνσταντινουπόλει ημέτερον γενναίον συμπατριώτην Ε. Χρηστάκην εφένδην Ζωγράφον, μεθ’ ου δια φιλίας συνδέεται, η δε Α. Εξοχότης τη διακρινούση Αυτήν φιλοπατρία και γεναίοις αισθήμασιν, απεδέξατο προθύμως την πρότασιν της Α. Ε. του ημετέρου Διοικητού, εξαποστείλας αμέσως τας απαιτουμένας δια την επισκευήν των γεφυρών τούτων εξήκοντα πέντε χιλιάδας γρόσια, το δε έαρ άρχονται αι εργασίαι κατά τας επιστημονικάς οδηγίας ας θέλει δώσει ο επί τούτω περιμενόμενος μηχανικός…».

Δυστυχώς οι περιπέτειες του γεφυριού, θεμελιωμένου σε λασπώδες άρα ασταθές έδαφος, έμελλε να συνεχιστούν. Αποδεικτικό νέας σοβαρής ζημιάς του συναντάμε σε περιγραφή της διαδρομής από τη Λιουντζουριά στο Αργυρόκαστρο το 1899: «Πορευόμενοι δε την από Κεστορατίου οδόν προς το Αργυρόκαστρο, απαντώμεν το φρούριον της Αγίας Τριάδος, ακριβώς απέναντι αυτού, κτισθέν υπό του Αλή, προς αντιπερισπασμόν κατά των Αργυροκαστριτών, μη θελόντων να υποκύψωσιν εις αυτόν· και εκείθεν διερχόμενοι τον ποταμόν επί λέμβου, συρομένης δια σχοινίου, διότι η γέφυρα είνε κρημνισμένη, ερχόμεθα εις το Αργυρόκαστρον».

Αγνοούμε πότε είχε συμβεί η νέα ζημιά, κατά τα φαινόμενα σοβαρή αφού ακούσαμε ότι η διέλευση είχε διακοπεί, παραμένει όμως επίσης άγνωστο το πότε ακριβώς επιχειρήθηκε πάλι επισκευή. Τούτη βέβαια θα πραγματοποιήθηκε ξανά υπό τις οδηγίες σπουδασμένου μηχανικού -οι γνώσεις πλέον περισσότερες. Ένα είναι το σίγουρο· πως τα έθιμα διατηρήθηκαν για άλλη μια φορά -έθαψαν, λέει, στα θεμέλια του γεφυριού ένα νήμα που είχε κοπεί στα μέτρα ενός άρρωστου ανθρώπου.

Κατά τα άλλα το γεφύρι φτιάχτηκε τέτοιο, ώστε να εξυπηρετήσει τους καιρούς που έρχονταν. Υπήρχε και λειτουργούσε ακέραιο τουλάχιστον έως το 1947, χρονιά που πέρασε απ’ την περιοχή ο Κροάτης φωτογράφος Branimir Gušić. Δυστυχώς δεν φωτογράφησε το ίδιο το γεφύρι, αλλά αυτό διακρίνεται αρκετά καθαρά στο μακρινό φόντο φωτογραφίας του που απεικονίζει γειτονιά τού Αργυρόκαστρου -στην τελευταία του μορφή έφερε τουλάχιστον έξι τόξα και διάδρομο διάβασης επίπεδο. Από κοντά, ολόκληρο το γεφύρι, με αρκετούς βέβαια νεωτερισμούς, απεικονίζεται σε φωτογραφία του 1940, κατά την κατάληψη της πόλης από τον Ελληνικό στρατό. Και κάτι ακόμη, που μαρτυράει έως σήμερα η μία όρθια του καμάρα: παρά την εκτέλεση των αρκετών επισκευών από μηχανικούς, το γεφύρι δεν απώλεσε εντελώς τα λαϊκά του χαρακτηριστικά -τμήματά του, ολόκληρα τόξα, παρέμεναν ανέπαφα έως το τέλος!

Σχετικά άρθρα: