Το πεπρωμένο

Το πεπρωμένο

Γράφει ο Μηνάς Λέκκας

Ήταν εικοσιένα χρονών όταν έφυγε  από το χωριό του, την Καλογοραντζή της Κάτω Δρόπολης. Γύρισε στα  εβδομήντα έξι του. Πενήντα πέντε χρόνια μακριά απ’ τη γενέτειρα, που τόσο πολύ την έχει αγαπήσει και αποθυμήσει. Την κρατούσε κλεισμένη βαθιά μέσα στην καρδιά του όλα αυτά τα χρόνια. Τον έπνιγε η νοσταλγία του γυρισμού, ο ασίγαστος, αγιάτρευτος πόνος για τη μονάκριβη αδερφή του, την Ελένη. Όταν έφυγε ήταν σχεδόν αμούστακο παλικάρι και τώρα γυρνούσε ασπρομάλλης. Μαζί με τη γυναίκα του, την Αλκμήνη και την κόρη του, τη Γιαννούλα. Απ’ τη Γράψη η γυναίκα του. Και οι δυο γέννημα και θρέμμα αυτού του μαρτυρικού και πονεμένου τόπου.

Ήρθε λοιπόν ο Γιώργος Κασιούτας από τη μακρινή Αυστραλία, και γονυπετής, πάνω στον τάφο της αδερφής του, έσκυψε και φίλησε με διπλό πόνο τη γη την πατρική. Και την πότισε με τα θερμά του δάκρυα. Και μουρμούρισε το βουβό του μοιρολόι, που τόσον καιρό σπάραζε τα μέσα του. Θυμήθηκε τη μάνα του, τον πατέρα του, τη γιαγιά του. Και πόνεσε. Και ξεπόνεσε. Και ξελάφρυνε, Και πιάσαμε κουβέντα. Μια ατέλειωτη κουβέντα για τους δικούς του ανθρώπους, για γνωστούς και φίλους και συγχωριανούς, για την Ελλάδα, την Αυστραλία και τη ζωή του. Έχει μια τεράστια μνήμη. Μέσα από τη μακρινή στράτα του καιρού, θυμάται και διηγείται ιστορίες και γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια. Η κουβέντα του έχει και μια λεπτή χιουμοριστική χροιά, που την κάνει πιο ευχάριστη. Τον ρωτώ:

-Πως έτυχε να φύγεις τόσο μακριά;  Και μου απαντά: 

-Όταν ήμουν μικρός ήμουν λιγάκι ζαβολιάρης. Ορφανός από μάνα και πατέρα, μεγάλωσα με τη γιαγιά. Δύσκολα χρόνια, γεμάτα φτώχια. Μια μέρα έφαγα κρυφά τη λιγοστή ζάχαρη που φύλαγε η γιαγιά στο παφιλένιο καφεκούτι. Όταν το βρήκε αδειανό, άρχισε να φωνάζει και να με μαλώνει. Μου ‘δωσε και κάνα δυό κλαυτές. Εγώ θύμωσα και την απείλησα πως θα φύγω από το σπίτι. Και η γιαγιά μου φώναξε: «Πίσω απ’ τον ήλιο να πας!» Κι εγώ, λέει γελώντας, όταν ήρθε η ώρα θυμήθηκα τη γιαγιά και… «Πήγα πίσω απ’ τον ήλιο».

Μετά από μια μικρή ανάπαυλα το πρόσωπο του αλλάζει όψη. Συνοφρυώνεται. Θυμάται όλη τη δύσκολη διαδρομή της ζωής του και μου διηγείται:

-Τον  Ιούλιο του 1944 οι παρτιζάνοι είχαν ναρκοθετήσει τον αυτοκινητόδρομο που περνούσε κάτω απ’ το χωριό. Το πρώτο αυτοκίνητο της γερμανικής κολόνας, που είχε κινήσει απ’ τα Γιάννενα με προορισμό το Αργυρόκαστρο, τινάχτηκε στον αέρα. Οι παρτιζάνοι, που ήταν οχυρωμένοι σε κοντινή απόσταση, άρχισαν να βάλουν κατά της γερμανικής κολόνας. Οι Γερμανοί ανταπάντησαν. Ακολούθησε μια φονική μάχη με απώλειες απ’ τις δυο μεριές. Εννιά παρτιζάνοι έπεσαν εκείνη την ημέρα του Ιούλη, πολεμώντας ηρωικά τον καταχτητή:

Το αίμα τους που κύλησε καθάριο σα ρουμπίνι,
της λευτεριάς επότισε πανέμορφο δενδρύλλιο.
Χρόνια όμως ήρθαν δίσεχτα…Που να ‘ξεραν εκείνοι;
Σύννεφα μαύρα σκέπασαν της λευτεριάς τον ήλιο.

Τους στίχους αυτούς, μου λέει, τους διάβασα στην ποιητική σου συλλογή, «Φυλακισμένα τραγούδια», που μου δώρισες και μου κάνανε εντύπωση. Εντύπωση, όμως αλγεινή, μου έκανε και το κατεστραμμένο μνημείο που ανεγέρθη στη μνήμη των ηρωικών αυτών παιδιών. Λες και ήξεραν εκείνα τι σχεδίαζε και τι έπραξε αργότερα, εκμεταλλευόμενη τη θυσία τους και τις θυσίες ενός ολόκληρου λαού, η στυγνή κόκκινη δικτατορία.

Οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό και ψάχνανε σπίτι το σπίτι για να βρουν τους παρτιζάνους. Ήρθαν και στο μαχαλά μας. Μπήκαν στο σπίτι και το αναποδογύρισαν. Ευτυχώς δεν βρήκαν μια στρατιωτική χλαίνη που την είχα κρύψει κάτω από ένα παλιό σεντούκι. Θα με είχαν εκτελέσει επιτόπου. Στην αυλή, κάτω απ’ τη μεγάλη συκαμιά, ήταν δεμένο το γαϊδούρι. Με διέταξαν να το λύσω και να προχωρήσω μπροστά. Φθάσαμε στο σπίτι της κακω – Πύλενας του Γκέλιου, που ήταν κάτω απ’ το δικό μας. Είχαν περάσει πρωτύτερα απ’ εκεί και της είχαν κατασχέσει όλο το σιτάρι που είχε φέρει από το αλώνι. Δεν της άφησαν σπυρί της θεια – Πύλενας. Φόρτωσαν στο γαϊδούρι δυο μεγάλα σακιά και με διέταξαν να προχωρήσω μπροστά. Το γαϊδούρι με τα βίας περπατούσε από το βάρος. Αυτοί μου φώναζαν. Κάποιος ειδοποίησε την αδερφή μου τη Λένη, που ήταν παντρεμένη με το Θοδωρή Μπίρνιο και την είδα να έρχεται τρεχάτη πίσω μας κλαίγοντας. Νόμισε πως θα με εκτελούσαν. Έκλεγε και τους παρακαλούσε να με αφήσουν. Της είπα να κρατήσει την ψυχραιμία της και να γυρίσει πίσω, γιατί αλλιώς  μπορούσαν να μας εκτελέσουν και τους δυο. Περάσαμε απ’ το μεσοχώρι και σε λίγο φθάσαμε στο δημόσιο δρόμο. Φόρτωσαν το σιτάρι στο αυτοκίνητο και με  έδιωξαν. Περπατούσα φοβισμένος πάνω στο γάιδαρο. Φοβόμουν  μην μου ρίξουν καμιά ριπή πισώπλατα. Γλύτωσα. 

Σε ολίγον καιρό βγήκα παρτιζάνος. Εντάχθηκα στο τάγμα «Θανάσης Ζήκος». Στο ίδιο τάγμα με το συγχωριανό μου, τον Τάκη Σούτζιο. Αρχικά δεν ξέραμε ούτε πως να κρατήσουμε το ντουφέκι που μας δώσανε. Με την πάροδο του χρόνου εκπαιδευτήκαμε και σφυριλατηθήκαμε.  

Απ’ το Σεπτέμβρη του ’44 που βγήκα παρτιζάνος και μέχρι το Μάη του ’45 η γιαγιά ήταν μόνη της στο σπίτι και τελευταία δίχως γέννημα, δίχως ψωμί. Εγώ που από καιρό είχα εξοικονομήσει λίγες οκάδες καλαμπόκι στη μαύρη αγορά, το είχα στον Παρακάλαμο. Παρακάλεσα τον Κομαντάντη να μου δώσει δέκα μέρες άδεια και μου το αρνήθηκε. Μετά από κάποιες μέρες συνάντησα τον κομισάριο, τον Κώστα Καραντζά από τη Δερβιτσάνη. Με άκουσε με προσοχή και από τις δέκα μέρες που του ζήτησα, μου έδωσε πέντε μέρες άδεια. Τον ευχαρίστησα θερμά και έφυγα. Έφερα το καλαμπόκι και ταχτοποίησα τη γιαγιά. Παρουσιάστηκα στο Κομάντο και εκεί μου είπαν πως είχα αργήσει και πως το τάγμα μου είχε φύγει οδοιπορικός για την Αυλώνα. Παρουσία δυο οπλισμένων φρουρών προετοιμάζονταν να με στείλουν στο Αργυρόκαστρο να δικαστώ για το παράπτωμα. Γνωρίζοντας τις συνέπειες αποφάσισα να φύγω για την Ελλάδα. Παρέα με κάποιους μαυραγορίτες, που γνώριζαν τα κατατόπια. Τον Απρίλη του ’45 πέρασα το σύνορο.

Φτώχεια και στην Ελλάδα εκείνον τον καιρό. Δούλεψα ένα διάστημα στα Γιάννενα σε δουλειές του ποδαριού και έφυγα για την Αθήνα. Εκεί συνάντησα τον καλό και μεγαλόψυχο συγχωριανό  μου, το Βασίλη Μπακίρη. Με πήρε μαζί του στο «ΝΕΟΝ», ένα φαγάδικο  στο κέντρο της Αθήνας, στην Ομόνοια, που λειτουργεί ακόμα σήμερα. Δούλεψα στη λάντζα μέχρι το ’48 που έφυγα για την Αυστραλία.

Πήγα όπως με παρήγγειλε η μακαρίτισσα η γιαγιά, «πίσω απ’ τον ήλιο», λέει χαμογελώντας και πάλι. Στην Αυστραλία απόχτησα χρήματα και περιουσίες. Μου έλειψε όμως η πατρίδα, η ιδιαίτερη πατρίδα μου. Μου έλειψε η μονάκριβη αδερφή μου, που έφυγε από τη ζωή χωρίς να την ‘δω, να την αγκαλιάσω, να με φιλήσει και να τη φιλήσω, ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Όλες μου οι προσπάθειες, χρόνια με τη σειρά, για να επισκεφθώ τη γενέτειρα επέβησαν άκαρπες.

Εγώ, ένα ορφανό φτωχόπαιδο, ένας βιοπαλαιστής, εγώ που στα είκοσι μου χρόνια πήρα το ντουφέκι για να πολεμήσω τον καταχτητή και με ανάγκασαν να τα παρατήσω και να φύγω, ήμουν για το Αλβανικό κατεστημένο ο ανεπιθύμητος, ο εχθρός. Καταδικασμένος να μένω μακριά απ’ τη γενέτειρα, να υποφέρω και να πονώ. Αυτή ήταν η μοίρα μου, φαίνεται, το γραπτό της τύχης μου. Λένε πως τις πρώτες μέρες που γεννιέται ο άνθρωπος, πηγαίνουν τρεις Μοίρες κοντά του και τον μοιραίνουν, γράφουν τη μοίρα του, την τύχη του, το πεπρωμένο του. Το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου. Και λένε επίσης πως… «Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον».                             

Σχετικά άρθρα: