ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: «Όταν σκέφτεσαι και δρας θετικά…»

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: «Όταν σκέφτεσαι και δρας θετικά…»

(Συνέντευξη)

Μια ζωή μέσα στο πράσινο. Να προσέχει με μεράκι τα δάση, τα λιβάδια. Να τα επεκτείνει διαρκώς. Να μουνταίνει περισσότερο το πράσινο. Να του δίνει ζωή. Αλλά, από το πράσινο, να παίρνει κι ο ίδιος ζωή.

Να διασχίζει δύσκολα μονοπάτια κι ανηφόρες. Να ξεπερνάει εμπόδια, να πετυχαίνει, με πολύ δουλειά, με τεράστιες θυσίες, θετικά αποτελέσματα. Υψηλούς, πρωτοφανή στόχους. Να προκόβει διαρκώς ο Προκόπης Κυριάκης.

Να διακρίνεται σαν επιστήμονας και σαν διευθυντής. Σε επιχειρήσεις και σε υπουργία. Όχι σε μία, αλλά σε δύο χώρες: Αλβανία και Ελλάδα.

Απορεί κι αυτός με τον εαυτό του, πώς τα κατάφερε;! Πού βρήκε τις δυνάμεις και στα 58 χρόνια του, συνταξιούχος στην Αλβανία, να ανασκουμπώνει τα μανίκια, να ξεκινάει δουλειά και να επωφελείται στα 73 του κανονική, δεύτερη σύνταξη στην Ελλάδα;!

Μάθετε περισσότερα για τον άνθρωπο που σε εκπλήσσει με την επιμονή και το μεράκι του, με το δυναμισμό και την ευαισθησία του, μέσω της συνέντευξης, που ακολουθεί. Αγαπητοί μου αναγνώστες, διαβάστε τη με προσοχή!        

Ερ: Τι σε στιγμάτισε από τα παιδικά σου χρόνια στο χωριό;

Απ: Ένα περιστατικό από τον καιρό της κατοχής. Το έγραψα στο αυτοβιογραφικό βιβλίο μου «Πράσινη ζωή», σας το αφηγούμαι κι εσάς: «Όταν ήρθαν στο Γιαννιτσάτι οι Γερμανοί, έβαλαν τους γύφτους  να μπουν στα κοτέτσια μας και να αρπάξουν κότες. Όσες μάζεψαν, τις πήγαν στη βρύση, τις καθάρισαν και μετά τις έριξαν στο καζάνι για να βράσουν. Η ώρα περνούσε, το νερό χόχλαζε κι οι κότες δεν έλεγαν να βράσουν. Το γεγονός αυτό έκανε έξαλλους τους Γερμανούς, οι οποίοι διέταξαν να μαζευτεί όλο το χωριό μπροστά στη βρύση για να εξηγήσει το φαινόμενο. Τους είπαμε ότι με το νερό της Κάκοψως τίποτε δεν βράζει. Ευτυχώς που είχαν έναν χημικός μαζί τους, ο οποίος επιβεβαίωσε την αιτιολόγηση μας και γλίτωσε στην τρίχα όλο το χωριό από τις κακουχίες και το βόλι.   

Ερ: Πως ήταν τα χρόνια του δημοτικού;

Απ: Ανέμελα, αγνά, βουτηγμένα μέσα στη φτώχεια. Στερήθηκα καμιά φορά και το ψωμί. Για τους δάσκαλούς μας, το Σπύρο και Νίκο Τσάρη (πατέρας και υιός), που μας έμαθαν το αλφάβητο, που μας  έδωσαν τις πρώτες γνώσεις, εμείς οι μαθητές τους, τρέφαμε μεγάλο σεβασμό. Αυτοί μας εμψύχωσαν τη θέληση για μάθηση. Η πρόοδο μας σε όλα τα επόμενα σχολικά έτη, φέρει αναμφισβήτητα τη σφραγίδα τους.

Ερ: Μετά ρίχτηκες στο 7τάξιο.

Απ: Ήταν περισσότερες οι δυσκολίες στο 7τάξιο, γιατί το είχαμε μακριά. Ένα τρίχρονο διασχίσαμε ποδαράτοι το δύσκολο πεζόδρομο, Γιαννιτσάτι – Τσερκοβίτσα. Ξυπόλητοι – μας είχαν γίνει οι πατούσες σόλα – κακοφορεμένοι, νηστικοί. Όμως, ο ζήλος μας για μάθηση, ήταν μεγάλος. Το θετικό είναι ότι και στην Τσερκοβίτσα βρήκαμε καλούς εκπαιδευτικούς: όπως το Θωμά Σταθά, το Σταύρο Τσάκα, το Δημήτρη Τσελεμέγγο… Να σας πω τι μου συνέβηκε πριν από μερικά χρόνια με τον τελευταίο: Αφού έμαθα ότι κατοικούσε με το γιό του, στη Νέα Φιλαδέλφεια, στην Αθήνα, πήγα να τον ανταμώσω. Μόλις πέρασα το κατώφλι της εξώπορτας, άρχισα να σιγοτραγουδώ:

Καράβι ανοίγει τα φτερά,/την άγκυρα σηκώνει./Καραβοκύρης σταματά,/κρατώντας το τιμόνι./Καράβι στο ταξίδι σου,/θα βρεις λιμάνια χίλια./Θ’ ακούσεις καλωσόρισες,/από χιλιάδες χείλια./Το μόνο καλωσόρισες,/τη μόνη ευχή που θα ‘βρεις./Θα την ακούσεις στο φτωχό,/του τόπου σου λιμάνι.

Ακούγοντας το τραγούδι, εντυπωσιάστηκε, ενθουσιάστηκε ο άνθρωπος και κατασυγκινημένος λέει στην οικογένειά του: «Αυτό το τραγούδι κάποτε το έμαθα στους μαθητές του Θεολόγου. Σίγουρα, αυτός που έρχεται τραγουδώντας, θα είναι μαθητής μου». Όταν βρέθηκα κοντά του, μου ρίχνετε στην αγκαλιά και με δάκρυα στα μάτια με φιλάει και μου λέει: «Μακάρι να είχαμε και τώρα μαθητές σαν κι εσάς, που ξέρατε να τιμήσετε.».

Ερ: Τι  σου θυμίζει η έκφραση: «Nuk di shqip. Jam minoritar»;

(Γελάει).

Απ: Μετά το 7τάξιο, μου δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσω τη Μεσαία Τεχνική Σχολή στα Τίρανα. Έφτασα εκεί με το μικρό ξύλινο βαλιτσάκι, στο οποίο μου είχαν βάλει από το σπίτι το κοντό παντελόνι, ένα πουκάμισο, μια μάλλινη φανέλα και λίγα στεγνά σύκα. Ως τότε γνώριζα μόνο τα γράμματα του αλβανικού αλφάβητου και τίποτε περισσότερο. Στο δρόμο για το σχολείο, μαζί με άλλους συμμαθητές, έμαθα και την έκφραση: «Nuk di shqip, jam minoritar». Την πρώτη μέρα του μαθήματος, αφού δεν καταλάβαινα λέξη, η γνώμη μου λιβάδιζε. Ο καθηγητής με μυρίστηκε, που δεν τον παρακολουθούσα και μου απευθύνεται: «Ε, εσύ, που έχεις τη γνώμη;!». Σηκώθηκα όρθιος και του λέω την μοναδική έκφραση που ήξερα: «Nuk di shqip, jam minoritar.». Η τάξη ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

Δυσκολεύτηκα πολύ για να μάθω την αλβανική γλώσσα. Διάβαζα πολύ κι έβγαζα σε ένα τετράδιο τσούρμο από άγνωστες λέξεις. Με αυτές απευθυνόμουν σε φίλους μου, γνώστες των δύο γλωσσών, για να μου τις μεταφράσουν. Δεν μπορώ να ξεχάσω με τίποτε την εξαιρετική βοήθεια που μου έδωσε, για να ξεπεράσω τις δυσκολίες, ο καθηγητής των γλωσσικών, Ενβέρ Παλούκι.

Ερ: Μετά από τα τέσσερα χρόνια της Μεσαίας Τεχνικής Σχολής τι απέγινε;

Απ: Έπιασα δουλειά σαν υπεύθυνος Δασαρχείου στην Εκτελεστική Επιτροπή των Αγίων Σαράντα. Πράγματι, τότε αισθάνθηκα μεγάλη ανακούφιση, ικανοποίηση και χαρά. Με ευθύνη, σοβαρότητα και συνείδηση, προσπαθούσα να εκτελέσω τα καθήκοντά μου. Πολύ γρήγορα γύρισα ποδαράτος όλα τα χωριά, τα δάση, τα βουνά και τα βοσκοτόπια της επαρχίας. Γνώρισα από κοντά σχεδόν όλα τα προβλήματα κάθε δασικής ζώνης. Δεν υπολόγιζα συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, ήμουν σε αδιάκοπη κίνηση, ακόμα και τη νύχτα. Από αυτή τη θέση εργασίας έλυσα πολλά προβλήματα της δασικής οικονομίας. Ξεπερνώντας τα διάφορα εμπόδια με μεγάλο αγώνα, απόχτησα πλούσια εμπειρία…

Ερ: Ενώ ετοιμαζόσουν να πας φαντάρος, τι τύχη βουνό ήταν αυτή, που σε οδήγησε στο Πανεπιστήμιο;

Απ: Το 1959 έκλεισα ένα πεντάχρονο εργασίας. Ως τότε, όμως, δεν μου είχε έρθει ακόμα ειδοποιητήριο για στρατιώτης. Μια μέρα με φωνάζουν στο Στρατοδικείο και μου ανακοινώνουν: «Σε έχουμε στον κατάλογο για να πας φαντάρος στο ναυτικό». Δεν μου άρεσε η ανακοίνωση κι αναστατωμένος έτρεξα να παραπονεθώ στον Πρώτο Γραμματέα της Κομματικής Επιτροπής, στο Μουσταφά Παγένκα. Του ανέφερα τα οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζα, καθώς και το γεγονός ότι την περίοδο αυτή ο αδελφός μου ήταν φαντάρος… Με βοήθησε με το παραπάνω: Δεν με απάλλαξε μόνο από το στρατό, μα με έστειλε να φοιτήσω κιόλας στο Πανεπιστήμιο. Κατά περίεργο τρόπο, τότε μου εκπληρώθηκε ο πόθος και το όνειρο της ζωής μου. Σπούδαζα και δούλευα συνάμα. Στα 5 χρόνια της φοιτητικής ζωής μου δεν έλαβα καμιά οικονομική βοήθεια από την οικογένεια. Εγώ της έστειλα κάποια στιγμή 20 χιλιάδες λεκ (παλιά), μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή.

Ερ: Πες μου μερικά περιστατικά, που σημάδεψαν τη ζωή σου;

Απ: Η ύπαιθρος, τα βουνά και τα δάση μου προσφέρανε τις ομορφιές και το άφθονο οξυγόνο τους, αλλά μερικές φορές με βάλανε και μπροστά σε επικίνδυνες δοκιμασίες, που σημάδεψαν σοβαρά τη ζωή μου. Θα σας αφηγηθώ δύο περιστατικά:

Ένα απόγευμα διέσχιζα ποδαράτος το δρόμο Δρόβιανη – Μουζίνα. Ο καιρός ήταν βουρκωμένος και πριν πιάσει δυνατή βροχή, ένας κεραυνός πέφτει πάνω σε ένα πανύψηλο δέντρο, που βρισκόταν μπροστά μου. Ο τόπος έλαμψε κι εγώ, που βρέθηκα μέσα στην ηλεκτρισμένη ζώνη, έπεσα χάμω… Όταν συνήρθα, τα μάτια μου έβλεπαν μόνον λάμψη κεραυνού και τίποτα άλλο. Έτσι όπως ήμουν, απογοητευμένος κι ανήσυχος, σκέφτηκα πώς να σωθώ. Για καλή μου τύχη από το σημείο αυτό περνούσε ένα ζευγάρι. Με είδε και με πλησίασε να με βοηθήσει. Τους ζήτησα και με παν στο σπίτι ενός γνωστού μου, του Θύμιου Βέρλη. Παρακάλεσα το μπάρμπα – Θύμιο να βρει αυτοκίνητο για τη μεταφορά μου στο νοσοκομείου του Αργυρόκαστρου. Αφού αντιλήφθηκε το πρόβλημά μου, «δεν θα πας πουθενά μου λέει. Θα σε γιατρέψω εγώ». Κι αμέσως πιάνει δουλειά «ο γιατρός». Έπαιρνε το ασπράδι από αβγό, το έψηνε ώσπου να στερέωνε και σε χλιαρή κατάσταση μου το έβαζε πάνω στο ανοικτό μάτι. Τρεις μέρες στη σειρά συνέχισε αυτή η δουλειά, ώσπου το μάτι καθάρισε και μου ήρθε το φως.

Ερ: Κι από τότε φοράτε γυαλιά;

Απ: Τίποτε δεν μπορεί να έρθει στην πρότερη κατάσταση. Η όρασή μου από τότε άρχισε να κάνει νερά. Κι ασφαλώς από τότε φοράω γυαλιά. Μα δεν σας είπα ότι πώς ένας χωρικός μπόρεσε να κάνει ένα τόσο μεγάλο θαύμα. Αργότερα το αντιλήφθηκα, όταν γνώρισα τον νόμο της Ώσμωσης. Δηλαδή το πώς ένα σώμα με μεγαλύτερη πυκνότητα (το ασπράδι του αβγού) μπορεί να έλκει ένα άλλο σώμα με μικρότερη πυκνότητα (το αίμα που είχε προκύψει από την ρήξη των τριχοειδών αγγείων των ματιών). Ο ίδιος νόμος ισχύει και στην περίπτωση της ανύψωσης των χυμών του εδάφους προς τις κορυφές των φυτών. Θα σας αφηγηθώ, όμως και κάτι πιο τρανταχτό.

Ερ: Αυτό, νομίζω, είναι το δεύτερο περιστατικό;

Απ: Ακριβώς. Ένα απόγευμα πήγαινα για δουλειά στο χωριό Γιάννιαρι. Πριν φτάσω, άρχισε να βρέχει με την κανάτα και για να μη γίνω παπί, μπήκα να προστατευτώ σε μια σπηλιά, πλάι στο δρόμο. Στο διάστημα, που περίμενα να ξεκόψει, έλεγα μέσα μου: «Να φύγω, θα γίνω κολύμπι. Να μείνω ακόμα, θα φτάσω αργά στο χωριό και δεν θα τελειώσω δουλειά με τους αρμόδιους…». Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω. Δεν είχα κάνει ούτε δέκα βήματα, όταν ακούω θόρυβο. Γυρίζω το βλέμμα πίσω, τι να δω! Το «ταβάνι» της σπηλιάς είχε πέσει και είχε σκεπάσει ακριβώς το μέρος στο οποίο πριν από λίγο βρήκα καταφύγιο. Κατατρομαγμένος δεν μπορούσα να διανοηθώ τι ήταν αυτό που με έσπρωξε να απομακρυνθώ λίγα δευτερόλεπτα πριν την κατολίσθηση. Τη ζωή μου από το θάνατο τη χώρισαν σχεδόν τρία δευτερόλεπτα.

Ερ: Ήταν τούτο θέμα τύχης;

Απ: Προσπάθησα, μα ποτέ δεν μπόρεσα να το εξηγήσω. Απλά το φαινόμενο αυτό το ενέταξα στους νόμους της μεταφυσικής.

Ερ: Τι έδωσες στο πράσινο και τι πήρες από αυτό; Πώς αισθανόσουν μέσα στα δάση;

Απ: Δώσαμε και πήραμε πολλά μεταξύ μας. Το δάσος μου δίδαξε την υπομονή, τη σοφία, την αισιοδοξία. Εγώ το φρόντισα με αγάπη κι έβαλα στην υπηρεσία του όλες τις γνώσεις μου. Αυτά φρονώ, αρκούν για να κατανοήσει κανείς τη σχέση μου με το πράσινο. Στην Αλβανία, μου δόθηκε η ευκαιρία, να βρεθώ σε πολλά απέραντα δάση με πεύκα, με οξιές, με έλατα, με καστανιές, με δέντρα… Μέσα σε αυτά είδα την ομορφιά, αισθάνθηκα την ηρεμία, την ανακούφιση, την αισιοδοξία και τη μεγάλη δύναμη για ζωή, για δημιουργία.

Ερ: Ικανός, δουλευταράς, προικισμένος κι όμως σε εμποδίζουν οι ανίκανοι, σου κόβουν το δρόμο. Γιατί συνέβαινε αυτό; Ποια είναι η ικανότητα των ανίκανων;                       

Απ: Είναι γνωστό, τουλάχιστον φιλοσοφικά, ότι το «ικανός» και το «ανίκανος» είναι οι δύο υπαρξιακές αντιθέσεις που ταυτόχρονα συζούν – συνυπάρχουν, συνδρούν. Όταν ακούς το «ναι» αμέσως σκέπτεσαι και το «όχι», δηλαδή το αντίθετο. Ο ανίκανος, στην περίπτωσή μου, εμπόδιζε να γίνει ένα έργο, να πετύχει μια επιχείρηση… έβαζε πέτρα στον τροχό του ικανού, διότι έτσι αντιλαμβάνονταν ότι μπορούσε να τον εξοντώσει. Πολλές φορές η ανικανότητα συνοδοιπορεί και με τη ζήλια. Κάνοντας έτσι μεγαλύτερο κακό.

Ερ: Βασίστηκε πάνω στις οργανωτικές σου ικανότητες όλη η επιτυχία σου στις επιχειρήσεις που διοίκησες ή σε κάτι άλλο;

Απ: Η πρώτη κίνηση, σε κάθε νέο μου καθήκον, ήταν να γνωρίσω τους ανθρώπους, τα προβλήματα, τα έργα που είχαν γίνει και αυτά που θα γινόταν μελλοντικά, τα θετικά, τα αρνητικά, τον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς, τους κανόνες επικοινωνίας και ελέγχου, κλπ, κλπ. Πάνω από όλα προσπαθούσα πολύ, μελετούσα ακατάπαυτα για να γνωρίσω στο βάθος τα προβλήματα κάθε φύσεως και να δώσω σε αυτά επιστημονική λύση. Εκτιμούσα τα σύγχρονα επιτεύγματα, στήριζα το προχωρημένο, το προοδευτικό. Πιστεύω ότι το κυριότερο, που με οδήγησε στην επιτυχία, ήταν η σκληρή δουλειά, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία και πάνω από όλα η μεγάλη επιμονή για να πετύχω τον καθορισμένο στόχο.

Ερ: Με τους καταχραστές της κοινής περιουσίας πώς λειτουργούσες;

Απ: Με αυτούς ήμουν πολύ πεισμωμένος. Η εξαφάνιση του δάσους, το κόψιμο του δέντρου, του φυτού, του θάμνου, ήταν για μένα πόνος. Προσπαθούσα με κάθε τρόπο  να προλάβω τις ζημιές. Σε κάθε χωριό, συναντούσα τα τοπικά στελέχη και μαζί με αυτά καθορίζαμε τον χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο, πού θα κοβόταν ξύλα για τις ανάγκες του κόσμου. Παρόλα ταύτα οι παραβιάσεις επέμεναν. Γινόταν καταχρήσεις, εμπόριο ξυλείας για οικοδομές, κλπ.

Ερ: Κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα;

Απ: Θυμάμαι το περιστατικό που έπιασα, όπως λέει ο λαός, στα πράσα το λαθραίο υλοτόμο να πουλάει με πέντε κιλά ρύζι την ψαλίδα στο Φοινίκι.

Ερ: Και τιμωρήθηκε…;

Απ: Βάσει του νόμου, μια τέτοια πράξη τότε τιμωρούνταν αυστηρά… να όμως που η φτώχεια περίσσευε εκείνη την εποχή κι αντί για τρία χρόνια κάθειρξη, μεσολαβήσαμε και του κατασχέθηκε μόνο η ξυλεία. 

Ερ: Σαν πεπειραμένος δασολόγος με τι το συγκρίνεις το δάσος;

Απ: Πολλοί το νομίζουν ότι είναι αποθήκη, για την εξασφαλίζει καυσόξυλων, της ξυλείας οικοδομής, κλπ. Στην πραγματικότητα, το δάσος είναι ο μεγαλύτερος ρυθμιστής της οικολογικής ισορροπίας της φύσης, του περιβάλλοντος. Σε γυμνά μέρη, έχουμε ασταθή εδάφη, λείπει η ομορφιά της φύσης, η δροσερή ατμόσφαιρα, κυρίως την περίοδο του καλοκαιριού. Και το κυριότερο, απουσιάζει το καθαρό οξυγόνο. Το δάσος είναι αυτό που «κρύβει» και «τρέφει» μέσα του τα θηράματα. Τα άγρια ζώα και τα πτηνά, που παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο για τη φύση και τον άνθρωπο στη γενικότητα.

Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια, κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες, η εκμετάλλευση του δάσους για ξυλεία περιορίστηκε σημαντικά. Διότι αντικαταστάθηκε από τη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, κλπ.

Ερ: Κάποτε με την ακακία σε βρήκε μπελάς…!!!

Απ: Μεγάλος μπελάς, μάλιστα. Αφού πήρα το πτυχίο, ξεκίνησα δουλειά με την ελπίδα ότι τώρα πια θα μπορούσα να εφαρμόσω στην πράξη ότι έμαθα θεωρητικά. Μέσα μου αισθανόμουν δύναμη και αισιοδοξία. Το δεύτερο μήνα με φωνάζει ο Πρώτος Γραμματέας της Κομματικής Επιτροπής – ο Μίτι Ράπο και με διατάζει να ετοιμάσω επειγόντως ένα προσχέδιο για την αναδάσωση με ακακίες του βουνού της πόλης των Αγίων Σαράντα. Γνώριζα ότι η ακακία ήρθε σε μας από τον Καναδά, κι ενώ αναπτύσσεται με ταχύτητα σχεδόν σε όλα τα εδάφη, στα ασβεστώδη αντιμετωπίζει πρόβλημα. Για να είμαι σαφής, παίρνω και μελετώ καλά την ακακία στην τεχνική βιβλιογραφία μας, στις Ελληνικές, Ιταλικές και Ρωσικές εγκυκλοπαίδειες. Μετά από μια βδομάδα, πηγαίνω στο γραφείο του και του αντιπαραθέτω τους λόγους γιατί δεν μπορούμε να φυτέψουμε την ακακία στο βουνό της πόλης μας. Μόλις τελειώνω την επιχειρηματολογία, βλέπω να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Σηκώνεται στο πόδι και υποταχτικά μου λέει: «Τώρα να φύγεις από τη δουλειά…!»… Και διόρισε έναν άλλο στη θέση μου, τελείως αστοιχείωτο τεχνικά. 

Ερ: Ο Μίτι, όπως δείχνουν τα πράγματα, πάει να σε καταστρέψει, εσύ όμως τι έκανες; Δεν αμύνθηκες, δεν αντιστάθηκες, αφού το δίκιο ήταν με το μέρος σου…;

Απ: Ασφαλώς και δεν έμεινα με τα χέρια σταυρωμένα. Το διάστημα χωρίς δουλειά άραξα στο χωριό κι από κει πιάνω στολίζω μια επιστολή και τη στέλνω στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος, στην οποία εξηγούσα λεπτομερώς τους λόγους της εκδίωξής μου. Τη διαλεύκανση της υπόθεσής μου την ανέλαβε ένας απεσταλμένος, ο οποίος πήγε επιτόπου στο γραφείου του Μίτι και του λέει: «Έκανες λάθος με τον Δασολόγο μας. Η ρητή εντολή του Υπουργού είναι να τον προσλάβεις αμέσως τώρα ξανά στη δουλειά!». Αυτό το γεγονός – η επιστροφή μου στη δουλειά – μου έδωσε μεγάλο θάρρος και εμπιστοσύνη κι η ευκαιριακή απογοήτευση μετατράπηκε σε δύναμη. Την ίδια στιγμή προέκυψε και το άλλο.

Ερ: Ποιο άλλο πάλι…;

Απ: Να σου το πω κι αυτό, για να ολοκληρωθεί το σκεπτικό. Όταν οι ανίκανοι με προετοίμαζαν για δασοφύλακα σε μια ζώνη, επειδή απειθάρχησα, αντιστάθηκα στη διαταγή: «να φυτευτούν ακακίες στο βουνό της πόλης των Αγίων Σαράντα», κατέφθασε μια επιστολή από τον Υπουργό Γεωργίας, Πύρρο Ντοντμπίμπα, που ανακοίνωνε την αναβάθμισή μου στην Γενική Διεύθυνση Δασών και Λιβαδιών στο Υπουργείο. Αυτό με ικανοποίησε. Με ανέβασε πολύ ψυχολογικά και ταυτόχρονα με έκανε να νιώσω ευθύνη για τα σοβαρά καθήκοντα που με περίμεναν. Θα έπρεπε να τα εκτελέσω στην εντέλεια, για να δικαιολογήσω την εμπιστοσύνη.

Ερ: Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο σου «Ζωή πράσινη», εκτός των άλλων υπογράμμισα και την έκφραση: «…δεν πήγε στο νου κανενός ότι στο κεφάλι που πονάει είναι και τα μάτια…».

(Γελάμε).

Απ: Να σου πω και αυτή την ιστορία: Το δεύτερο εξάμηνο του πρώτου πανεπιστημιακού έτους, με έπιασε ανυπόφορος πονοκέφαλος. Πολλές οι εξετάσεις, αδιάκοπες οι εισαγωγές στο νοσοκομείο, χωρίς όμως, κανένα αποτέλεσμα. Κινδύνεψα να χάσω το σχολείο. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, κάποια στιγμή αποφάσισα να επισκεφτώ έναν οφθαλμίατρο. Πήγα στον Χρηστείδη, με εξέτασε προσεχτικά κι όταν κατέληξε στη διάγνωση μου λέει: «Στους τόσους γιατρούς που σε είδαν, δεν πήγε στο νου κανενός ότι στο κεφάλι που πονάει είναι και τα μάτια;!». Με το φάρμακο που πήρα και τα οπτικά γυαλιά που φόρεσα, άρχισε σιγά – σιγά να υποχωρεί ο πονοκέφαλος. Κι όταν έγινα καλά μπήκα κι εγώ κανονικά στο ρυθμό της εξεταστικής περιόδου.

Ερ: Ποιος είναι ο λόγος της μετάθεσής σου από τα Τίρανα;

Απ: Ποιος ο παραλογισμός; ρώτα καλύτερα. Το 1977, όταν τα αποτελέσματα της δουλειάς μου ήταν διακριτά: είχα εκδώσει ένα βιβλίο για την προηγμένη πείρα στα χειμερινά λιβάδια των Αγίων Σαράντα κι είχα βάλει μπρος μια γενική μελέτη για τα λιβάδια με την οποία στόχευα την κατάκτηση του «επιστημονικού τίτλου», έγινε η μετάθεσή μου από το Υπουργείο Γεωργίας στην Επιχείρηση Δασών και Λιβαδιών στους Αγίους Σαράντα. Αυτό που με εκνεύρισε περισσότερο τότε ήταν η υποκρισία καλυμμένη από την ωραία διατύπωση: «Είναι μεγάλη η τιμή για σένα, που σε ζητούν για διευθυντή στον τόπο σου…». Η μετάθεση μου τότε έγινε με έναν συγκεκριμένο στόχο: να εκκένωνα το δωμάτιο στα Τίρανα, το οποίο θα παραχωρούνταν μετά στο συγκάτοικό μου, που είχε τον πεθερό σε πόστο.  

Ερ: Πώς μπόρεσες να ανταπεξέλθεις στα σοβαρά καθήκοντα του Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας;

Απ: Όταν έπιασα δουλειά στη Γενική Διεύθυνση Αναδασώσεων αυτού του Υπουργείου, μου ανάθεσαν να διευθύνω μια ομάδα μελετητών για το πράσινο των λόφων γύρω από την Αθήνα. Στο ξεκίνημα αντιμετώπισα αρκετές δυσκολίες, κυρίως στην εκμάθηση της τεχνικής ορολογίας. Μέσα σε ένα δίμηνο τις ξεπέρασα και κατόρθωσα να ετοιμάσω την πρώτη μου μελέτη. Η οποία μετά από την έγκρισή της – τις αλλεπάλληλες υπογραφές που πέσανε – πέρασε σε εργολάβο για εφαρμογή. Γέμισα από αισιοδοξία κι αισθάνθηκα δυνατός για να συνεχίσω την παραπέρα πορεία μου.

Ερ: Πώς έτυχε να τρυπώσεις για δουλειά και σε Υπουργείο της Ελλάδας;

Απ: Όταν μπήκα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, για πρόβλημα υγείας του ανιψιού μου, κάποια στιγμή ρώτησα τον εαυτό μου: «Εάν αποφασίσεις κι εσύ να έρθεις εδώ σαν μετανάστης, τι δουλειά πρόκειται να κάνεις;». «Μόνο δασολόγος». Ήταν και η ηλικία μου, τα 58 χρόνια, που δεν μου το επέτρεπαν να κάνω κάτι άλλο. Δεν ξέρω τι με έσπρωξε, ίσως η τεράστια πείρα, που διέθετα στο επάγγελμα του δασολόγου, να διεκδικήσω επίμονα τη δουλειά μου. Τόλμησα να χτυπήσω την πόρτα του Υπουργείου Γεωργίας. Μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες με δέχτηκε ο Υπουργός στο γραφείο του να ακούσει το αίτημά μου. Πρώτα κάναμε φαρδιά – πλατιά κουβέντα για την Βόρειο Ήπειρο και την Αλβανία κι έπειτα με ρωτάει: «Γιατί ήρθες εδώ, τι θες από μένα;». «Δουλειά Δασολόγου.». «Προς το παρόν 200 δασολόγοι είναι άνεργοι. Σε αυτή την κατάσταση για πες μου τι μπορώ να κάνω εγώ για σένα;». «Κύριε Υπουργέ, να μου δώσετε δουλειά. Αυτό να κάνετε. Γιατί εγώ δεν είμαι ούτε Ινδός, ούτε Πολωνός, ούτε Βούλγαρος…, αλλά Έλληνας, που μου στερήθηκε όλη μου τη ζωή ο Ελληνισμός και τώρα που ήρθα στη μάνα Ελλάδα (χάριν της μεταβατικής κατάστασης στην Αλβανία) να ζητήσω δουλειά – όχι να ζητιανέψω – μου λέτε ότι η σειρά μου είναι μετά από τα 200 παιδιά μου. Τότε, όταν θα με ψάξετε για δουλειά, σας βεβαιώνω, δεν θα βρείτε ούτε τα κόκαλά μου!». 

Ο Υπουργός ευαισθητοποιήθηκε, με πλησιάζει, μου χτυπάει ελαφρά τον ώμο και μου λέει: «Κύριε Προκόπη, εσύ θα πιάσεις δουλειά». Κι αμέσως τηλεφωνεί στην Γενική Διεύθυνση Αναδασώσεων για να με προσλάβει… Στην πορεία, για να βγω ασπροπρόσωπος, βεβαίως με βοήθησε η πείρα, οι γνώσεις, η αδιάκοπη μελέτη, η αποφασιστικότητα… Εδώ εκπόνησα πολλές μελέτες – σχέδια για το πράσινο γύρω από την Αθήνα (σε εξαιρετικά δύσκολες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες).

Ερ: Μετά από το Υπουργείο πιάνεις δουλειά σε Δημαρχείο.

Απ: Διαβάζοντας το βιογραφικό μου, ο Δήμαρχος της Νέας Ιωνίας, μια από όλες τις μέρες, με φώναξε στο γραφείο του και μου λέει: «Προκόπη, από όσα διάβασα στο βιογραφικό σου, σχημάτισα μια γενική εικόνα για σένα και την εργατικότητά σου». Όταν με δοκίμασε στη δουλειά, τον εντυπωσίασε περισσότερο η γρήγορη προσαρμογή μου στις νέες συνθήκες εργασίας. Με συγχάρηκε για την ποιοτική και ποσοτική εκτέλεση των καθηκόντων. «Όσα θετικά διαπίστωσα, μου έλεγε τα βροντοφωνάζω, για να τα μάθουν κι άλλοι, επειδή είσαι παράδειγμα προς μίμηση. Συνειδητός κι εργατικότατος». Τον ευχαριστώ πολύ για τα καλά του λόγια.

Ερ: Σε πρόθυρα συνταξιοδότησης στην Αλβανία, έρχεσαι να δώσεις νέα μάχη στην Ελλάδα. Πού ήταν συσσωρεμένη όλη αυτή η δύναμη; 

Απ: Στην Ελλάδα ήρθα σε πρόθυρα συνταξιοδότησης. Αφού μπόρεσα να βρω δουλειά, στο επάγγελμά μου κι ένιωθα δυνατός και υγιέστατος, αποφάσισα να δουλέψω άλλα 15 χρόνια. Σε ομαλές συνθήκες, οι οποίες μου έδωσαν την δυνατότητα να επωφεληθώ και δεύτερη σύνταξη στα 73 χρόνια μου.

Ερ: Σε ευγνωμονούν για το τεράστιο έργο στον Κυνηγητικό Σύλλογο οι κυνηγοί; Η θέση του γραμματέα είναι παραγκωνισμός ή έγινε από καλή πρόθεση;

Απ: Από το 1987 – 91 διορίστηκα γραμματέας του Κυνηγητικού Συλλόγου της επαρχίας των Αγίων Σαράντα. Ήταν δική μου επιλογή αυτή η θέση, για ξεκούραση, επειδή μετά από πολλά χρόνια στο τιμόνι των διαφόρων επιχειρήσεων, ένιωθα πια εξαντλημένος. Στο Σύλλογο αυτό βρήκα την ανεξαρτησία, την ηρεμία και πάνω από όλα το χρόνο για δημιουργία. Συστηματοποίησα τα απαραίτητα, κατήρτισα το Αρχείο και το Ιστορικό του. Με ένα λόγο, έθεσα τη δουλειά πάνω σε επιστημονικές βάσεις. Εκείνη την περίοδο συνέταξα μια μελέτη περί οικολογίας και ισορροπίας της φύσης στις συγκεκριμένες συνθήκες του Νομού μας. Θέμα που το άρεσαν και το εκτίμησαν όχι μόνον οι κυνηγοί, αλλά και οι εργαζόμενοι σε διάφορα κέντρα εργασίας. Μας απηύθυναν πολλά ερωτήματα αρκετοί μαθητές των μεσαίων σχολείων, οι οποίοι έμαθαν περίεργα και ενδιαφέροντα πράγματα για τη φύση και την οικολογία.

Ερ: Συμβούλεψες κάποτε έναν Δήμαρχο της πόλης των Αγίων Σαράντα για την εξασφάλιση του πόσιμου νερού. Τι έγινε; Ολοκληρώθηκε ποτέ αυτό το έργο;

Απ: Με τον Αριάν Σέχου, μέναμε στην ίδια πολυκατοικία. Αφού γνώριζα το μεγάλο πρόβλημα  της έλλειψης του πόσιμου νερού για τους κατοίκους και τα φυτά, του είπα: «Εάν θέλεις να μείνεις στην ιστορία τούτης πόλης, που τώρα είναι μικρή, αλλά γρήγορα θα γίνει μεγάλη, φέρε εδώ το ποιοτικό και άφθονο νερό της Μπίστρισσας!». Ούτε αυτός, αλλά ούτε και οι επόμενοι δήμαρχοι τίποτε δεν έκαναν και η πόλη συνεχίζει να διψάει άδικα.

Ερ: Χάλασαν τους ανθόκηπος στην παραλία των Αγίων Σαράντα. Ξεριζώνουν δέντρα και «φυτεύουν» κτίρια… Ποια είναι η γνώμη σου για την αχαλίνωτη, παράνομη οικοδόμηση και για τον εξωραϊσμό της πόλης;

Απ: Με το πράσινο της πόλης ασχολήθηκα πολλά χρόνια. Με έτρωγε το μεράκι για τη γρήγορη και ομαλή ανάπτυξη των φυτών. Πρόσφατα είδα ένα όνειρο που το θαύμασα: «Η πανέμορφη πόλη είχε μεγαλώσει αρκετά. Τα ωραία φοινικόδεντρα θρόιζαν πλάι στη θάλασσα. Κάτω από αυτά, ήταν φυτεμένοι θάμνοι και πολύχρωμα λουλούδια. Πάνω από τις παλιές κατοικίες της πόλης, τα ζωνάρια με πράσινο. Σε πολλά σημεία της πόλης το άφθονο δροσερό νερό στις βρύσες να ρέει ακατάπαυτα…». Όμως, όταν ξύπνησα, αντίκρισα την αντίθετη εικόνα: Το πράσινο να είναι καταστραμμένο. Τα κτήρια, φυτρωμένα παντού, χωρίς σχέδιο, χωρίς προοπτική. Η πόλη μοιάζει με χωματερή… Μόνο οι φοίνικες συνεχίζουν να αντιστέκονται.

Ερ: Σκληρή η εικόνα. Μήπως καταστροφολογείς…;

Απ: Καθόλου. Τότε θυμήθηκα και το όνειρο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη Μπετόβεν, που μπήκαν στο σπίτι του οι διάβολοι και του είπαν: «Ή θα μας μεθύσεις με ωραίες μελωδίες και να φύγουμε ή θα σε σκοτώσουμε». Τις σύνθεσε τις πολύ ωραίες μελωδίες κι οι διάβολοι φύγανε. Όταν ξύπνησε, βάσει του ονείρου αυτού δημιούργησε ένα από τα πιο φημισμένα μουσικά έργα του – την 19η Σονάτα, αποκαλούμενη «Μουσική του διαβόλου». Εγώ όμως, όταν άνοιξα τα μάτια, αντίκρισα το αντίθετο. Την τεράστια καταστροφή.

Ερ: Τα καλοκαίρια με τις πολλές φωτιές, που ξεγυμνώνουν τον τόπο, ένας πρώην δασολόγος, που πάλεψε μια ζωή για την επέκταση του πράσινου, πώς αισθάνεται τάχα;

Απ: Τα μόνα μέτρα προστασίας που λαμβάναμε στην Αλβανία, ήταν η ετοιμότητα των κατοίκων, των  εθελοντικών ομάδων πυρόσβεσης στις Δασικές Επιχειρήσεις, το άνοιγμα αντιπυρηνικών ζωνών… Παρόλο που μας έλλειπαν τα μέσα πυρόσβεσης, οι φωτιές και οι ζημιές ήταν αρκετά περιορισμένες. Σήμερα, που ο κόσμος διαθέτει όλα τα σύγχρονα μέσα πυρόσβεσης, οι καταστροφές από τις πυρκαγιές είναι ανυπολόγιστες. Καθώς βλέπω αυτή την κατάσταση, η ψυχή μου θλίβεται, οργίζεται και λυπάμαι που δεν μπορώ να κάνω κάτι.

Ερ: Λες: «Από τότε που έβαλα γραβάτα, την έβαψα». Γιατί έτσι; 

Απ: Στον ελεύθερο χρόνο, περιποιούμουν και κανέναν ανθόκηπο. Ταχτοποιούσα πότε – πότε και το κηπάκι μιας γειτόνισσας. Περίεργο, από τη στιγμή που με είδε να περνάω μπροστά από το σπίτι της, με κουστούμι και γραβάτα, δεν με ζήτησε πια για δουλειά. Μου έκοψε ακόμα και την καλημέρα. Όχι μόνον εμένα, αλλά και της γυναίκας μου, που τη γνώριζε καλά. Κοίτα τι κάνει η ζήλια στους ανθρώπους…

Ερ: Εκσυγχρονίζεται η μεταφορά και η εκμετάλλευση του δασικού πλούτου. Πες μας περισσότερα περίεργα…

Απ: Μέσα στα δάση και στα λιβάδια συναντάμε μια πληθώρα από φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά. Τα δέντρα των δασών, αποτελούν την πρώτη ύλη στη χημική βιομηχανία. Αξιοποιείται το ξύλο, τα κλαδιά, τα φύλλα, ακόμα και οι ρίζες. Μετά από την επεξεργασία τους προκύπτουν πάνω από χίλια προϊόντα, όπως το χαρτί, τα φάρμακα, τα κοσμητικά είδη… Σε μερικά αναπτυγμένα κράτη η εκμετάλλευση των δασών γίνεται με σύγχρονα μέσα. Ξεριζώνεται ολόκληρο το φυτό και μεταφέρεται σε εργοστάσια χημικής επεξεργασίας με ελικόπτερα ειδικής κατασκευής.

Ερ: Τι θες να πεις με τη διατύπωση: «Οικολογικό σύστημα, οικολογική ισορροπία της φύσης».

Απ: Με τις περίπλοκες σχέσεις, που έχουν μεταξύ τους οι ζωντανοί οργανισμοί με τη φύση, ασχολείται η οικολογική επιστήμη. Η κάθε χώρα, η κάθε επαρχία, η κάθε ζώνη… με τα κλιματικο – εδαφικά, κοινωνικά χαρακτηριστικά, έχει και το δικό της οικοσύστημα. Όλα τα υπάρχοντα στη φύση, έχουν δημιουργηθεί για έναν σκοπό κι ένα καθήκον. Η έλλειψή τους επιδρά αρνητικά στην ανισορροπία της φύσης.

Ερ: Για να καταλάβουμε καλύτερα πες μας ένα απλό παράδειγμα!

Απ: Προσέξτε: Ο λύκος, αυτό το άγριο ζώο, για να εξασφαλίσει την τροφή του, διασχίζει σχεδόν 250 – 300 χ.λ.μ. δρόμο στο 24ωρο. Έτσι καθαρίζει τη φύση από τα μικρόβια, αφού τρέφεται με ψόφια ζώα και πτηνά. Σε κάποια μέρη, που εξαφάνισαν το λύκο, τα μικρόβια πρόσβαλλαν τα κοπάδια. Για να επαναφέρουν την ισορροπία της φύσης, αναγκαστήκανε να φέρουν το λύκο ξανά. Με την φροντίδα που αφιερώνουμε για την προστασία των δασών, των λιβαδιών, κλπ, επιδρούμε θετικά στην ισορροπία του οικοσυστήματος.

Ερ: Σαν Προκόπης Κυριάκης, αισθάνεσαι ότι πρόκοψες στη δουλειά σου με το πράσινο; 

Απ: Εάν πρόκοψα ή όχι, δεν είμαι σε θέση να το κρίνω εγώ, μα όλοι αυτοί που συνεργάστηκαν μαζί μου κι όσοι γεύονται τους καρπούς της πολύχρονης εργασίας μου. Σε Αλβανία και Ελλάδα.

Ερ: Πες μας ένα παράδειγμα για την σύγκρουση μεταξύ της Φύσης και της Κοινωνίας…;

Απ: Η κοινωνία κάθε τόσο ζητάει για κατανάλωση περισσότερο κρέας. Γι’ αυτό το λόγο γίνονται προσπάθειες για την περεταίρω ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και την αύξηση της καλλιεργήσιμης επιφάνειας με σόγια, που εμπεριέχει τα αναγκαία συστατικά πρωτεϊνης. Κάθε χρόνο στη ζούγκλα του Αμαζονίου στην Βραζιλία, που θεωρείται ο πνεύμονας του πλανήτη, παραχωρούνται για την καλλιέργεια της σόγιας περίπου 24 εκατομμύρια στρέμματα γης.

Ερ: Κατανοητή πια η τεράστια σύγκρουση… από κει και πέρα…;

Απ: Τι να πω…! Εύχομαι να κυριέψει η λογική, να νικήσει η επιστήμη, που παλεύει να προστατέψει τη μεγάλη δημιουργία του Σύμπαντος – τη ΖΩΗ, με τον ΑΝΘΡΩΠΟ στο επίκεντρο.

Ερ: Πώς προέκυψε η πρωτοβουλία, ώστε να δημιουργηθούν, η μια μετά την άλλη, σε όλη τη χώρα, επιχειρήσεις λιβαδιών;

Απ: Στην επαρχία των Αγίων Σαράντα, που διέθετε τα περισσότερα βοσκοτόπια, κυρίως χειμερινά, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τα βοσκοτόπια και τα προβλήματά τους. Η επιχείρησή μας, με Υπουργική Απόφαση, μετατράπηκε σε «Σχολείο προηγμένης πείρας». Εδώ διοργανώνονταν διάφορα σεμινάρια για ανταλλαγή απόψεων. Όταν στην επαρχία μας διοργανώθηκε διευρυμένο αχτίφ για τα προβλήματα της κτηνοτροφίας – με απεσταλμένο από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος το Μούχο Ασλάνι –  στη συζήτησή μου, με χειροπιαστά στοιχεία, ανάφερα ότι τα αποθέματα στα λιβάδια είναι τεράστια και πρέπει να τα εκμεταλλευτούμε. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν συγκροτηθούν σε κάθε επαρχία Επιχειρήσεις Λιβαδιών. Η πρότασή μου ευτυχώς έγινε δεχτή κι αμέσως συστήθηκαν 9 τέτοιες επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα, μία και σε μας, στους Αγίους Σαράντα.

Ερ: Γράφεις: «Λίγο πριν με πιάσει ο ύπνος, κάνω έναν πρόχειρο υπολογισμό…» Γιατί αυτή η έμμονη ανησυχία;

Απ: Καλύτερη στιγμή χαλάρωσης από αυτή, πριν σε πιάσει ο ύπνος, δεν υπάρχει. Τότε αναλύεις, με καθαρή λογική, τα όσα κατά τη διάρκεια της ημέρας σου συνέβησαν. Κρίνεις αντικειμενικά τα γεγονότα και βρίσκεις καλύτερη διέξοδος σχετικά με την εξάλειψη των λαθών.

Τούτος ο τρόπος αυτοκάθαρσης εμένα με βοήθησε πάρα πολύ όταν κάποια στιγμή βρέθηκα κατηγορούμενος από την αστυνομία στους Αγίους Σαράντα. Από τα 7-8 χρόνια φυλάκισης που μου σκάρωναν, δεν πήρα ούτε μία παρατήρηση, διότι με μεγάλη ψυχραιμία και λογική μπόρεσα να αντιμετωπίσω όλες τις ίντριγκες και τις ραδιουργίες. Έδωσα μεγάλη μάχη, ώσπου έλαμψε η αλήθεια.

Ερ: Μιλάς για τότε, που απέδειξες ότι είσαι «άντρας»;

Απ: Ναι, για τότε.

(Και σκάει κάτι γέλια…)

Να σας πω: Την περίοδο που με γυρόφερναν να με βάλουν φυλακή, μου έρχονταν στο νου το περιστατικό που είχε συμβεί σε ένα ελληνικό νησί, το οποίο σε καιρό πολέμου συνέχεια άλλαζε χέρια. Πότε σε ελληνικά και πότε σε τουρκικά και, σχεδόν όλοι οι άντρες του είχαν περάσει από φυλακή. Όταν το έπαιρναν οι Τούρκοι, φυλάκιζαν όσους ήταν με τους Έλληνες, όταν το έπαιρναν οι Έλληνες, φυλάκιζαν όσους ήταν με τους Τούρκους. Όποιος πήγαινε σε καφενείο και ζητούσε καρέκλα να καθίσει σε τραπέζι με τρία άτομα, εκείνοι τον ρωτούσαν: «Για μαρτύρα μας πόσα χρόνια φυλακή έκανες;». Αν έλεγε αριθμό κάτω των πέντε χρόνων, δεν τον δεχόταν στο τραπέζι, γιατί δεν τον θεωρούσαν άντρα. Αν πήγαινα εγώ, θα με δεχόταν, γιατί η τιμωρία μου προβλεπόταν πάνω από τα πέντε χρόνια.

(Γέλια ξανά).

Ερ: Τι θα πει «καλός άνθρωπος» κι αν συνάντησες τέτοιους στη ζωή σου;

Απ: Για να απαντήσεις σωστά σε αυτό το ερώτημα, πρώτα πρέπει να γνωρίσεις καλά τον καλό ή τον καλύτερο άνθρωπο σε βάθος, πράγμα το οποίο είναι πολύ δύσκολο. (Τρως χρόνια ψωμί μαζί του και ξανά δεν τον γνωρίζεις καλά). Στην γενικότητα έναν καλό άνθρωπο νομίζω τον χαρακτηρίζει η καλή συμπεριφορά, η καλοσύνη, η ειλικρίνεια…, αλλά ποτέ τα πλούτη. Στη ζωή μου είχα την τύχη να γνωρίσω πολλούς καλούς ανθρώπους. Την καλοσύνη τους αυτοί την εκφράσανε με διάφορους τρόπους. Συνάντησα και κακούς ανθρώπους, για τους οποίους μου χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να τους γνωρίσω και άλλος τόσος χρόνος για να τους αντιμετωπίσω.

Ερ: Για ποιες μελέτες καυχιέσαι περισσότερο σαν δασολόγος σήμερα; 

Απ: Κατά τη διάρκεια της εργασίας μου σαν Δασολόγος, στην Αλβανία και στην Ελλάδα, έχω κάνει πάνω από 20 σοβαρές μελέτες. Από τις οποίες σας αναφέρω μόνο τέσσερις:

– Είναι η μελέτη για την καταμέτρηση του δασικού πλούτου της επαρχίας (έκταση, αποθέματα ξυλείας, προσδιορισμός της τεχνικής συντήρησης κι εκμετάλλευσης για κάθε δασική επιχείρηση, μελέτη των περιοχών που θα γινόταν μελλοντικά νέες αναδασώσεις, κλπ.).

– Η μελέτη για την κατάσταση των λιβαδιών. (επιφάνεια, παραγωγικότητα σε ζωοτροφές για   την ελεύθερη διατροφή των κοπαδιών, βελτιωτικά μέτρα και εργασίες, έργα για την εξασφάλιση πόσιμου νερού σε κάθε βοσκότοπο, κλπ.).

– Η μελέτη για τα υποπροϊόντα των δασών και λιβαδιών (τα αποθέματα των φαρμακευτικών φυτών, τανινοϊδών και αρωματικών φυτών, όπως το χαμοσφάκι, τη δάφνη, το βελανίδι, την τσουκνίδα, τη ρίγανη, κλπ.).

– Η μελέτη για την οικολογία και ισορροπία της φύσης στο οικοσύστημα της επαρχίας των Αγίων Σαράντα (Διαπιστώθηκαν πολλά προβλήματα ζωτικής σημασίας, όπως οι καταστροφικές πυρκαγιές σε δάση και λιβάδια, τα θηράματα και η προστασία τους, η ανάγκη και η δυνατότητα εξασφάλισης     πόσιμου νερού για τους κατοίκους και το πράσινο στην πόλη των Αγίων Σαράντα, κλπ.).  

Ε: Υλοποιήθηκε καμιά από αυτές ή μένουν όλες στάσιμες, κλειδώθηκαν μέσα σε συρτάρια;

Απ: Αρκετές. Κατασκευάστηκαν  περίπου 30 υδατοφράχτες για την προστασία της λίμνης του Υδροηλεκτρικού Σταθμού της Μπίστρισσας από τις διαβρώσεις. Αναδασώθηκε μια έκταση από περίπου 1500 στρέμματα γύρω από την πόλη του Δελβίνου, 1600 στρέμματα στη βουνοπλαγιά της πόλης των Αγίων Σαράντα, 1100 στρέμματα στη χαράδρα μεταξύ Μπίστρισσας και Κρογγιού, 200 στρέμματα στους πρόποδες της Κονίσπολης, πάνω από 1050 στρέμματα στα γυμνά και επικλινή εδάφη μεταξύ των χωριών Μάλτσανη και Γριάσδανη… Κατασκευάστηκαν 100 υδατοδεξαμενές στα κυριότερα βοσκοτόπια της επαρχίας, αρκετά πηγάδια και κορίτες. Κάθε χρόνο καθαρίζαμε τα λιβάδια, επεμβαίναμε στα νέα δάση. Αυτά όμως… πριν το ’90. Με το άνοιγμα των συνόρων οι μελέτες μπήκαν στο συρτάρι. Ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον αυτή η κατάσταση θα αλλάξει… 

Ερ: Από μικρό βάτο βγαίνει μεγάλος λαγός. Από το μικρό Γιαννιτσάτι βρήκαν πολλοί μορφωμένοι…, περίπου δύο από κάθε οικογένεια. Μέσα κι εσύ. Τι βοήθησε σε αυτή την κατεύθυνση; 

Απ: Να σας πω πρώτα ότι το Γιαννιτσάτι παρέμεινε ένα μικρό χωριό, διότι σε αυτό ποτέ δεν υπήρξαν ομαλές συνθήκες διαβίωσης. Είναι περικυκλωμένο από γυμνά βουνά, η γης είναι περιορισμένη, τόσο που δεν σου εξασφαλίζει ούτε το ψωμί και το νερό είναι λιγοστό. Πολλοί διακρίθηκαν σαν ικανοί υπάλληλοι σε διάφορους τομείς και επιχειρήσεις κι άλλοι σαν χρυσοχέρηδες κτίστες, μαραγκοί, ράφτες τυροκόμοι… Μετά το ’90 – το άνοιγμα των συνόρων – η πλειοψηφία των Γιαννιτσατών μετανάστευσε κυρίως στην Ελλάδα. Εργάζονται αξιοπρεπώς όπως παλιά, στα επαγγέλματα, μα διακρίνονται και στη μάθηση. Σαν πρώτος πανεπιστημιούχος του χωριού – μετά την απελευθέρωση – χαίρομαι πραγματικά που με ακολουθεί μια ολόκληρη στρατιά από μορφωμένους!!!

Ερ: Αν έγινες ποτέ κομμουνιστής; Ή αν ένιωσες κομμουνιστής;

Απ: Όταν κατάλαβα ότι η κάθε πράξη, η κάθε κίνηση σε κάθε δουλειά έπρεπε να ακολουθήσει τη γραμμή του Κόμματος, κάποια στιγμή αναρωτήθηκα μέσα μου: «Γιατί να μην είμαι κι εγώ στο Κόμμα; Στο οποίο λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις. Στο Κόμμα που καθοδηγεί και ελέγχει τα πάντα; Έτσι, στο άνθος της νεότητάς μου, το είδα λογικό να γίνω κι εγώ κομμουνιστής. Παρέδωσα την αίτηση και, μετά από ένα μήνα ο Γραμματέας του Κόμματος με φωνάζει και μου λέει: «Προκόπη, είσαι νέος ακόμα και χρειάζεται να δοκιμαστείς. Θα τα ξαναπούμε αργότερα!». Πράγματι μου κακοφάνηκε όταν πήρα αυτή την απάντηση. Μετά από λίγους μήνες έμαθα γιατί με απέρριψαν: Ένας Βαγγέλης Κάλης – κομμουνιστής Λεσνιτσιώτης – είχε στείλει επιστολή στην οργάνωση του Κόμματος και με κατηγορούσε ότι είχα δώσει άδεια σε έναν κουλιάκο, να κόψει δύο καστανιές μέσα στο κτήμα του. Αυτό το γεγονός μου έδωσε να καταλάβω ποιοι είναι οι κομμουνιστές που εκπροσωπούν την αλήθεια, το νόμιμο, το δίκαιο. Από τότε, δεν ζήτησα πια να γίνω κομμουνιστής. Αργότερα στην Δασική Επιχείρηση γνώρισα κομμουνιστές που τους μισούσε όλη η πόλη των Αγίων Σαράντα. Οι περισσότεροί τους όχι μόνον που δεν δούλευαν, αλλά δεν άφηναν και τους άλλους να δουλέψουν…

Ερ: Μήπως μπαίνεις  «με χέρι φίλου» να εργαστείς σε Υπουργεία;

Απ: Ένα καλοκαίρι, καθώς ταξίδευα με λεωφορείο για τους Αγίους Σαράντα, στη διαδρομή έπεσα σε κουβέντα με γνωστούς συνταξιδιώτες. Ένας μου απευθύνει το συνηθισμένο ερώτημα: «Προκόπη πού εργάζεσαι;». «Στο Υπουργείο Γεωργίας της Ελλάδας» του απαντώ. Ένας άλλος, που παρακολουθούσε με προσοχή το διάλογο, προσθέτει: «…Στην Αλβανία δούλεψες αρκετά χρόνια στο Υπουργείο Γεωργίας κι απ’ ότι ξέρω, δεν ήσουν ούτε κομμουνιστής. Τώρα μας λες ότι δουλεύεις στο Υπουργείο Γεωργίας στην Ελλάδα. Τι προσφέρεις τάχα και σε προσλαμβάνουν σε Υπουργεία για δουλειά;». «Και στα δύο Υπουργεία μπήκα με τίμια και αποδοτική δουλειά και καθόλου με πρόσβαση. Σε τούτην εποχή ασχολείσαι ή με λόγια ή με εργασία. Εγώ, πάντως, ανήκω στους δεύτερους».

Ερ: Ποια είναι η εντύπωσή σου για τους Ελλαδίτες;

Απ: Θα σας μιλήσω μόνο για έναν, που ξέρει καλά από ξενιτιά και ξεριζωμό κι εσείς βγάλτε το συμπέρασμα. Γνώρισα το Θόδωρο Ιωαννίδη και τη γυναίκα του. Μου άσπρισε το ενοικιαζόμενο σπίτι, μου το επίπλωσε, μου έδωσε ρούχα (που ήταν, περίεργο, όλα στα μέτρα μου). Κι έφτασε ως τα κουταλοπήρουνα. Ενώ είχα καργαρίσει σε σούπερ μάρκετ, κάποια φορά το καροτσάκι με ψώνια για τη μάνα μου στο χωριό κι ήρθε μαζί μου για να με βοηθήσει με το αυτοκίνητο, φτάνοντας στο ταμείο μου λέει: «Προκόπη, σε παρακαλώ πολύ, εγώ δεν γνώρισα τη μάνα σου, αλλά από μακριά επιθυμώ να της κάνω ένα μικρό δωράκι…». Εντωμεταξύ είχε προχωρήσει κιόλας μπροστά και πρόλαβε να πληρώσει το λογαριασμό μου. Η πράξη του με συγκίνησε πάρα πολύ, με άφησε άναυδο.

Ερ: Έχω διάφορα παραδείγματα που μαρτυρούν ότι σε τούτην κοινωνία σπανίζει ο φίλος. Για να μην φτάσω στο άκρο, να πω ότι δεν υπάρχει φίλος.

Απ: Αν δεχτώ αυτό το συμπέρασμα, θα πρέπει να αρνηθώ αρκετούς καλούς μου φίλους. Κυρίως το Βασίλη Βασιλείου, τον άξιο γλύπτη και ζωγράφο, που με φιλοξένησε στο σπίτι του, μου έδωσε λεφτά και ελπίδα… όταν ήμουν άφραγκος, άστεγος και απογοητευμένος. Πράξη την οποία δεν την έκανε κανένας από τους βολεμένους συγγενείς μου. Με έβαλε να κοιμηθώ στο κρεβάτι του κι ο ίδιος πλάγιασε στο πάτωμα. Τότε κατάλαβε πόσο δίκιο είχαν εκείνοι που έλεγαν ότι ένας φίλος αξίζει όσο ένα τσιφλίκι.      

Ερ: Σαν πρώτος αντιπρόεδρος της οργάνωσης της Ομόνοιας μπορείς να μας πεις κάτι για εκείνη, μα και για την μετέπειτα περίοδο;

Απ: Είχα την τιμή να εκλεχτώ από τους πρώτους στα διοικητικά όργανα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, σαν αντιπρόεδρός της. Πρόεδρος εκλέχτηκε ο Ανδρέας Ζαρμπαλάς. Περί πολιτικής, τότε δεν γνωρίζαμε πολλά πράγματα, αλλά η ριζική αλλαγή, με την κατάρρευση του Σοσιαλισμού, μας έσπρωξε κι εμάς να  κάνουμε κάτι. Δεν μπορώ να ξεχάσω την μεγάλη συγκέντρωση με όλους τους Έλληνες της πόλης που διοργανώσαμε στην αίθουσα του κινηματοθέατρου των Αγίων Σαράντα. Ανοίγοντας την ιστορική συνάντηση, απευθύνθηκα στους συμπατριώτες μου στην μητρική μας γλώσσα, την ελληνική. Ενώ μιλούσα, διέκρινα αρκετό κόσμο να δακρύζουν. Όταν η κατάμεστη αίθουσα γέμισε από τους ήχους του Ελληνικού Ύμνου, δεν έμεινε μάτι αδάκρυτο. Αυτή τη στιγμή της ελληνικής ψυχής θα την κουβαλάω μέσα μου όλη μου τη ζωή.    

 Ερ: Αν είχατε τότε στόχους, διορατικότητα, εποικοδομητικές προτάσεις για το μέλλον του τόπου μας;

Απ: Ξέραμε την πορεία μας. Αρκετές φορές, τότε, μας δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφτούμε την Ελληνική Πρεσβεία στα Τίρανα. Στόχος μας ήταν να στριμώξουμε την Ελληνική Κυβέρνηση για να βοηθήσει. Να δημιουργήσει ομαλές συνθήκες επιβίωσης, ώστε ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου μας να παραμείνει στον τόπο. Να μην μεταναστεύσει. Όπως όλα, κι αυτό το βασικό αίτημα, έμεινε στη διατύπωση: «θα το δούμε». Δεν το είδε κάνεις και ποτέ, γι’ αυτό τα χωριά μας άδειασαν, η Βόρειος Ήπειρος ρήμαξε. Θέσαμε και το ζήτημα της παραχώρησης της σύνταξης του ΟΓΑ στους υπερήλικους Βορειοηπειρώτες. Δεσμεύτηκαν ότι θα τη δώσουν σε όσους μένουν στα πάτρια εδάφη. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, σήμερα γίνεται το αντίθετο: μειώνεται και κόβεται η σύνταξη αυτή στους εναπομείναντες.

Ερ: Το σύστημα άλλαξε. Από μονοκομματικό μετατράπηκε σε πλουραλιστικό. Διαπιστώνεις να άλλαξαν ταυτόχρονα και οι άνθρωποι;

Απ: Με την αλλαγή του συστήματος στην Αλβανία ο κόσμος έλπιζε στην άνθιση της ελευθερία και της δημοκρατίας, στην βελτίωση των συνθηκών ζωής  κι εργασίας, στην ύπαρξη δικαιοσύνης και ανθρωπιάς. Όλα άλλαξαν, δυστυχώς, προς το χειρότερο. Η οργανωμένη ζωή, η σοβαρότητα, η ηρεμία, ο πολιτισμός στην σημερινή Αλβανία πάνε περίπατο. Κυριαρχεί η αναρχία, η παρανομία, η κλεψιά. Η ανάπτυξη στηρίζεται στις παρανομίες των πλουσίων, που πλουτίζουν εις βάρος του απλού πολίτη. Έτσι αναγκαζόμαστε να πούμε ότι τέτοιου είδους αλλαγές καλύτερα να μην γίνονται. 

Ερ: Σε μάζωξη σε καφετερία στην Αθήνα, με στόχο ίδρυση νέου πολιτικού φορέα, πρότεινες τη συγκρότηση ομάδας προσωπικοτήτων. Αν, λοιπόν, συγκροτηθεί αυτή η ομάδα, τι ρόλο πρόκειται να παίξει;

Απ: Στην Ελλάδα ιδρύθηκαν πολλοί Σύλλογοι και Ομοσπονδίες. Στόχος τους ήταν να εξυπηρετηθούν ορισμένα συμφέροντα και καθόλου η Βόρειος Ήπειρος. Πρόσφατα σε συζήτηση με ανήσυχα πρόσωπα για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό, προτείναμε να συγκροτηθεί ένας φορέας από πρόσωπα επιπέδου, που να είναι σε θέση να αναλύσουν καταστάσεις και να διαγνώσουν προβλήματα κι έπειτα να επέμβουν σε κυβερνήσεις, κόμματα, συλλόγους των δύο κρατών – Ελλάδας και Αλβανίας. Ελπίζω ότι αυτός ο νέος φορέας προσωπικοτήτων, θα αποδώσει καρπούς και θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μακριά από στενά συμφέροντα, κοντά στο κοινωνικό σύνολο.

Ερ: Πώς προβλέπεις το μέλλον του τόπου μας;

Απ: Λυπάμαι που το λέω, αλλά το μέλλον της Αλβανίας και κυρίως της Βορείου Ηπείρου, που μας αφορά περισσότερο, το βλέπω σε απόχρωση σκούρο – γκρίζο. Ωσότου ισορροπήσουν τα πράγματα – βρει η πέτρα τον τόπο της – να ενημερωθούν οι πολίτες και να εφαρμοστούν οι νόμοι, να εξασφαλιστούν οι πόροι ανάπτυξης για όλους, να πάψουν οι συγκρούσεις και οι αδικίες… θα πάρει πολύ χρόνο και θα γίνουν πολλές θυσίες ακόμα.   

Ερ: Για να αποχτήσει την ελληνική ιθαγένεια ο Βορειοηπειρώτης στην Ελλάδα ταλαιπωρείται χρόνια στη σειρά. Αντιμετωπίζεται σχεδόν το ίδιο από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, δεξιές, αριστερές και σήμερα από την κυβέρνηση συνεργασίας. Για ποιο λόγο όλη αυτή η ταλαιπωρία;  

Απ: Αυτό το σοβαρό πρόβλημα, όλα τα κόμματα και οι ελληνικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, νομίζω ότι το χειρίστηκαν εμπορικά και καθόλου πολιτικά. Δυστυχώς εμείς οι Βορειοηπειρώτες, θα ταλαιπωρηθούμε πολλά χρόνια ακόμα. Από την ΟΜΟΝΟΙΑ προτάθηκε κάποτε στην Πρεσβεία της Ελλάδος στα Τίρανα η κατάρτιση των  κατάλογων των κατοίκων σε όλα τα χωριά μας, στους οποίους μετά να παραχωρούνταν η ελληνική ιθαγένεια. Απορρίφθηκε η πρόταση κι αφέθηκε ανοιχτό το περιθώριο για να θησαυρίσουν οι επιτήδειοι από το παράνομο εμπόριο βίζας. 

Ερ: Ο Μπερίσια αλυχτάει για τη Μεγάλη Αλβανία κι όμως το κόμμα του και η κυβέρνησή του στηρίζεται και από δικά μας παιδιά. Ξέρρας, Τάβος…, γιατί δεν διαμαρτύρονται, ακόμα και με την αποχώρησή τους από την κυβέρνηση;

Απ: Τέτοιου είδους αλυχτήματα δεν έχουν, απολύτως, κανένα νόημα στη σημερινή εποχή. Μοιάζουν με βροντές στην έρημο. Όσο για τον κάθε Ξέρρα, τον κάθε Τάβο και λοιπούς, έχω να πω μόνον ένα: κατάντησαν σαν τα λυκόσκυλα, που τρέχουν πότε από δω και πότε από κει, για να αρπάξουν το κομμάτι τους… Ο κάθε Μπερίσα τους μαυλίζει, τους υποδέχεται στο κόμμα του, στην κυβέρνησή του με μεγάλη χαρά, γιατί καλό του κάνουν. Τον ενισχύουν περισσότερο για να πετύχει ταχύτερα το σχέδιο του εις βάρος της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας.

Ερ: Από τα ύψη της τρίτης ηλικίας πώς βλέπεις, πώς χαρακτηρίζεις τους νέους σήμερα και τι τους συνιστάς;     

Απ: Όποια και να είναι η κοινωνικο – πολιτική κατάσταση σε κάθε τόπο, η νεολαία παραμένει το πιο δυναμικό, το πιο δραστήριο μέρος της κοινωνίας, που διεκδικεί το μέλλον. Σε σύγκριση με κάθε άλλη προηγούμενη εποχή, σήμερα οι νέοι μας είναι αρκετά μορφωμένοι, ξύπνιοι και γνωρίζουν καλά τι τους γίνετε … Όμως, απρόοπτα, έπεσαν μέσα σε ένα είδος δικτατορίας, που καμουφλάρεται με το πέπλο της ελευθερίας και της δημοκρατίας, που τους τύφλωσε, τους νάρκωσε προσωρινά… Είμαι πεπεισμένος ότι η νέα γενιά θα βρει το δρόμο της. Θα ξυπνήσει, θα οργανωθεί και θα κερδίσει αυτό που της ανήκει: τη σταθερότητα, την πρόοδο, τον πολιτισμό. Τη δίκαιη κοινωνία.

Ερ: Τα χρόνια περνούν, ο Προκόπης γεράζει. Σε φοβίζει ο χρόνος που περνάει;

Απ: Τα χρόνια περνούν, όπως για όλους και για μένα. Ο καθένας μας, περνώντας από τούτη τη ζωή, είναι καλά να αφήνει τα αχνάρια του, τα αποτυπώματά του. Εγώ, δεν μπορώ να προσδιορίσω αν τα αχνάρια μου θα είναι διακριτικά ή όχι, όμως ξέρω πολύ καλά ότι είμαι ανήσυχος, εργατικός, παραγωγικός… Φεύγοντας από τη ζωή – στιγμή που δεν με τρομάζει – θα ήθελα να πω: «Κρίμα που στην ζωή μας ταλαιπωρούμαστε τόσο πολύ, νομίζοντας ότι είμαστε αθάνατοι!». Ο άνθρωπος στη ζωή του είναι καλά να σκέφτεται και να πράττει ορθά. Να ζει ήρεμα, άνετα και ευχάριστα. Να δημιουργεί για τον εαυτό του και για τις μελλοντικές γενιές, όπως δημιούργησαν και οι προηγούμενες γενιές για τον ίδιο.

Ερ: Ποια είναι η προαίσθηση για τη μακροζωία σου;

(Γελάει με όλη του την ψυχή).

Απ: Αφού ως τα 73 μου δούλευα ακατάπαυτα, χωρίς να νιώσω την ανάγκη να επισκεφτώ γιατρό, τότε γιατί να μην πιάσω τα 120…!!!

(Γελάει ξανά και προσθέτει αστειευόμενος):

Να σας πω την αλήθεια. Όσο ήμουν στη δουλειά, δεν με πονούσε τίποτα. Μόλις ξεκόπηκα, υποβλήθηκα σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις… Η καθιστική ζωή… σε οδηγεί σε χειρουργείο… Όταν δεν έχω τι να κάνω, δεν είμαι καλά…

Ερ: Ποια είναι, αν ξέρεις, τα μυστικά της μακροζωίας;

Απ: Τα φανερά της μακροζωίας, πες καλύτερα. Γιατί όλοι τα ξέρουμε, αλλά δεν τα πράττουμε. Εγώ προσπαθώ… Πρώτη είναι η κίνηση. Εγώ κινήθηκα πολύ και κινούμαι ακόμα. Ακολουθεί η διατροφή. Τρέφομαι βιολογικά. Σε όλη μου τη ζωή, μου έλειπαν πολλά, αλλά έφαγα αγνά προϊόντα. Για καλή μου τύχη, όσον αφορά το περιβάλλον, η ζωή μου ξεκινάει από το χωριό, ρίχνεται στο σχολείο και πολλά χρόνια στη σειρά τριγυρνάει αδιάκοπα μέσα στο πράσινο, στα δάση… Ο τρόπος δράσης στην κοινωνία, στη φύση, στη ζωή, είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες. Επίσης και ο τρόπος σκέψης. Στη ζωή μου προσπάθησα και προσπαθώ, όσο μου δίνεται, να σκέπτομαι και να δρω θετικά. Αφιερώνω μεγάλη προσοχή στην αισιόδοξη κατάληξη των πραγμάτων, η οποία με γεμίζει ζωή.

Όλα αυτά τα περίγραψε τόσο ωραία ο ισπανός συγγραφέας ελληνικής καταγωγής, Ino Penforado. Δεν περίγραψε, αντίγραψε κατά τη δική του λογική. Γιατί σε ένα σημείο υπογραμμίζει: «Δεν μπόρεσα να προσθέσω τίποτα περισσότερο από τα όσα είπε πριν από πολλά χρόνια ο μεγάλος Ιπποκράτης». 

Ερ: Πάνω σε ποια βάση στηρίζεται η ζωή;

Απ: Η αρμονία του πνεύματος με την ύλη, δίνουν τη ζωή. Όταν αυτή η αρμονία χαλάσει, τελειώνει η ζωή. Η μεν ύλη, το σώμα, πάει από εκεί που ήρθε, στη γης. Το δε πνεύμα πηγαίνει στην μεγάλη ενέργεια, που διατηρεί το συμπάν. Δεν χάνεται, υπάρχει. Γι’ αυτό δεν πεθαίνουν ποτέ.

Ερ: Η σημερινή κρίση της Ελλάδας σε ενοχλεί, σου προκαλεί άγχος…;

Απ: Προσπαθώ να την αγνοήσω…!!!

Ερ: Όταν «πέσει το πόδι σας», αφού δεν έτυχε να αποχτήσετε απογόνους, στα βαθειά γηρατειά σας ποιον θα έχετε πλάι σας…;

Απ: Δες τι σύμπτωση! Η «κόρη» μου είναι αυτή, που όταν είχε πάρει φωτιά το δάσος δίπλα από το σπίτι μου και το σπίτι της, έβαλε τις φωνές κι έλεγε: «Τρέξτε, παρακαλώ, να σώσετε το δάσος του θείου Προκόπη που καίγεται!». Κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ η μικρούλα. Με ελιγμούς. 

Πονάει η Βαρβάρα για μας, το βλέπουμε, δεν χρειάζεται να μας το πει. Αν χρειαστεί, απλώνει το χέρι και δίνει για μας αίμα. Σε ώρα ανάγκης ξενυχτάει πάνω από το κεφάλι μας… Είναι η κόρη μας. Μέλος της οικογένειάς μας.  

Ερ: Σοβαρολογήσαμε αρκετά. Ας πούμε τώρα, κάτι για να γελάσουμε. Αφηγήσου μας, σε παρακαλώ, την ιστορία της Δέσποινας με τον ταξιτζή!

Απ: Μια μέρα, ενώ είχα γυρίσει νωρίς σπίτι, κατά της πέντε το απόγευμα, έφτασε και η γυναίκα μου, που τότε δούλευε ως οικιακή βοηθός σε μια κυρία στην Αγία Παρασκευή.

– Να δεις τι έπαθα σήμερα – μου λέει – γεμάτη χαμόγελο.

Τι τάχα να της συνέβηκε;! – αναρωτήθηκα και περίμενα να μου πει.

– Πάει να με κοροϊδέψει ο ταξιτζής, αλλά του την έφερα. Μόλις μπαίνω στο ταξί, του λέω τον προορισμό. Προχωρώντας όμως, δεν έβλεπα σημάδι από τον συνηθισμένο δρόμο που είχα διασχίσει δεκάδες φορές με άλλα ταξί. Καθώς αντιλήφτηκα τι πάει να μου κάνει ο πονηρός ταξιτζής, ρίχνω μια κλέφτικη ματιά στο ταξίμετρο. Έγραφε 1800 δραχμές. Διατηρώντας την ψυχραιμία μου, γυρίζω και του λέω: «Οδηγέ μου! Σε ευχαριστώ πολύ που με τριγυρνάς. Είμαι Βορειοηπειρώτισσα και δεν γνωρίζω την Αθήνα. Σήμερα, μου δίνεται την ευκαιρία να τη γνωρίσω. Όλο το μήνα της απεργίας των λεωφορείων, κάνω αυτή την διαδρομή και πληρώνω 500 με 700 δραχμές. Αλώνισε όσο θέλεις, δεκάρα τσακιστή δεν θα σου δώσω παραπάνω…». Ο οδηγός ξεκαρδίστηκε στα γέλια και μπαίνει σε στενό, που συντομεύει την απόσταση. Ενώ σταματάει μπροστά στην πολυκατοικία, βγάζω τα λεφτά να τον πληρώσω.

– Όχι, κυρία μου – μου λέει. – Δεν σου παίρνω χρήματα. Με τον τρόπο σου με έκανες να καταλάβω το λάθος μου. Είσαι καλός άνθρωπος.

Γελάσαμε με όλη μας την ψυχή εκείνο το απόγευμα. Και γελάμε ξανά όσες φορές θυμούμαστε εκείνο το περιστατικό.   

Σχετικά άρθρα: