Με αντίσταση μυθική και γυμνασμένη φιλοπατρία!..

Με αντίσταση μυθική και γυμνασμένη φιλοπατρία!..

Περπατούσε αμίλητη και σκεπτική το δρομάκι που οδηγούσε στην έξοδο από το σχολείο. Μόνο την τελευταία στιγμή, σαν έφτασε στην αυλόπορτα, μια ακατάσχετη ανάγκη τη σταμάτησε και δεν την άφησε να συνεχίσει.

Γράφει η

Κρινιώ Καλογερίδου

Ο Σύλλογος των καθηγητών είχε βγει σε πυκνή γραμμή στο πεζοδρόμιο χαλαρός και ευδιάθετος, γιατί — με το πέρας της σχολικής γιορτής — του έμενε μια μέρα ξεκούρασης, η μέρα της 28ης Οκτωβρίου.

Με μέτωπο προς την πλάτη του Διευθυντή, η καινούργια φιλόλογος στάθηκε αναποφάσιστη για λίγο βλέποντας την μικρή ανθρώπινη αλυσίδα να ανοίγει σαν βεντάλια μπροστά της και τους συναδέλφους της να σκορπούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όπου είχαν παρκάρει τα αυτοκίνητά τους.

Ο Διευθυντής, σαν να τη θυμήθηκε την τελευταία στιγμή, γύρισε προς το μέρος της με ερωτηματικό βλέμμα. Εκείνη τον καθησύχασε και δικαιολογήθηκε ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω γιατί είχε αφήσει ξεκλείδωτη την Αίθουσα Βιβλιοθήκης, της οποίας την ευθύνη είχε αναλάβει.

Ο Λυκειάρχης συγκατένευσε θετικά με χαμόγελο και αφού της ευχήθηκε προκαταβολικά τα ”Χρόνια Πολλά” για την εθνική επέτειο της επόμενης μέρας, απομακρύνθηκε με αργό βηματισμό ανταλλάσσοντας ευχές με τους άλλους που αποχωρούσαν.

Η Θάλεια Καλογερά (όπως έλεγαν την νεοφερμένη καθηγήτρια) έκανε επιτόπια στροφή ανακουφισμένη και, αφού ανέβηκε βιαστικά τα λίγα σκαλιά στον προαύλιο χώρο, πέρασε την τζαμαρία εισόδου και κατευθύνθηκε στο Αναγνωστήριο όπου στεγαζόταν η ιστορική βιβλιοθήκη, παρέα με ένα τραπέζι σκεπασμένο με πράσινη τσόχα και λίγα θρανία παλαιότητας τα οποία κρατήθηκαν σαν κειμήλια απ’ τους διευθυντές του σχολείου.

Ήταν και δεν ήταν μόνη της στο άδειο από μαθητές και καθηγητές σχολείο εκείνη τη στιγμή, γιατί ο θόρυβος απ’ τις σκούπες και τους κουβάδες έκανε αισθητή την παρουσία των καθαριστριών στους ορόφους του.

Μπήκε στην Αίθουσα βιαστικά και άνοιξε τα παράθυρα για να διώξει τη μυρωδιά της κλεισούρας και των χάρτινων κιβωτίων με τα καινούρια βιβλία τα οποία είχε καταγράψει στα Εισερχόμενα του Πρωτοκόλλου νωρίς το πρωί.

Τα αράδιασε στα ράφια των μικρών βιβλιοθηκών δίπλα στην ιστορική βιβλιοθήκη με βάση τη θεματολογία τους και ύστερα πλησίασε με ανυπομονησία τα σαθρωμένα απ’ τον χρόνο θρανία που έμοιαζαν προπολεμικά, με χασματιές εδώ κι εκεί έτοιμες να καταπιούν στυλούς και μολύβια.

Ήταν ξύλινα όλα με ψηλά πόδια, ξεπεταγμένα καρφιά και μισοσβησμένο το πράσινο χρώμα απ’ τις χαρακιές των μαθητών, τις στάμπες με τα ονόματα και τα ”σκονάκια” που ανάδιναν… ιστορία.

Στη σκέψη και μόνο ότι ίσως να είχαν καθίσει σ’ αυτά κορίτσια ή αγόρια της εποχής του ’40, ανατρίχιασε. Κάθισε στο πιο πολύπαθο συγκρατώντας τη συγκίνησή της κι άρχισε να διαβάσει ψιθυριστά τις ιστορικές μαθητικές ”μαρτυρίες” που ήταν γραμμένες ή χαραγμένες στην επιφάνεια του παλιού θρανίου:

«Νά πεθάνωμεν, ἀλλά ὡς Ἓλληνες!..»

«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἴτε…!»

«Κορυτσά! Χειμάρρα!… Ἀργυρόκαστρο!.. Άγιοι Σαράντα!..»

«Ζήτω ἡ Βόρειος Ήπειρος!»

«Ἓλλη!.. Πρωτέας!.. Νηρέας!.. Τρίτων!.. Κατσώνης!.. Παπανικολής!.. »

«Στρατηγός Στανωτάς» — «Ὑποστράτηγος Κατσιμήτρος» — «Συνταγματάρχης Δαβάκης» — «Ὓψωμα 731: Ταγματάρχης Κασλάς» — «Ταγματάρχης Κωστάκης» — «Αέρααα!!!»

«Τρίτων: Κοντογιάννης» — «Παπανικολής: Μακρίδης» — «Ὑποσμηναγός Μητραλέξης… » –

”Ήταν και άλλοι. Κι άλλοι πολλοί…”, σκεφτόταν πυρετικά η καθηγήτρια με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, σαν να ζητούσε να τους θυμηθεί όλους.

— Δοκιμάστηκαν όλοι ‘εν πυρί, ως χρυσός εν χωνευτηρίω’ και άντεξαν χάρη στην ενότητα και τον ηρωισμό τους!.., ψιθύρισε με λυγισμένη φωνή σαν να απευθυνόταν στα απόντα παιδιά των ιστορικών θρανίων.

Έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι της μ’ ένα ρίγος λεπτό συγκίνησης. Μια ακαθόριστη αίσθηση την είχε κυριέψει, που της έδινε την εντύπωση ότι κουδούνιζε διάχυτο στην αίθουσα το ”παρών” των παλιών μαθητών για τους πεσόντες ήρωες του ’40.

”Αχ αυτός ο λαός, ο λαός μας, πόσο ηρωικά πολέμησε υπέρ των βωμών και των εστιών του!”, αναλογίστηκε εκστατική. ”Είχε αντίσταση μυθική χάρη στην γυμνασμένη φιλοπατρία του, που του καλλιέργησε πνεύμα αυτοθυσίας. Έτσι οι απλοί άνθρωποι του χθες, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, έγιναν την επαύριο ήρωες στο πεδίο της μάχης πλάι στους στρατιωτικούς τους ηγέτες. Τσάκισαν τα χέρια και τα πόδια τους, μάτωσαν τα κορμιά και τις ψυχές τους, μα στο τέλος νίκησαν όλοι μαζί μ’ ένα μυριόστομο ”ΟΧΙ” στο στόμα!”

Μια γλυκιά ζάλη τη συνεπήρε και σηκώθηκε παραπατώντας σαν μεθυσμένη. Μεθυσμένη απ’ τον ηρωισμό των Ελλήνων που τραγουδούσαν θαρρετά τη ζωή, ακόμα κι όταν χόρευαν τον χορό του θανάτου μαζί της.

Ένας θόρυβος κάπου κοντά την επανέφερε στην πραγματικότητα που λίγο έλειπε να την τρομοκρατήσει.

”Ο άρπαγας εξ Ανατολών απειλεί να σβήσει τον Ελληνισμό κάτω απ’ τη στάχτη του χρόνου με τη δύναμη της πυγμής του”, σκεφτόταν. ”Και το ερώτημα είναι, αν η φωτιά της φιλοπατρίας και της αξιοπρέπειας που πύρωνε το ’40 στα στήθη των Ελλήνων, άφησε πίσω σε μας κάτι από την ανδρεία και τον πατριωτισμό τους”…

Χαμογέλασε αμήχανα, φέρνοντας ασυναίσθητα στο μυαλό της την καταληκτική φράση του λόγου του Μυριβήλη ”για την 28η του Οχτώβρη”, όπως τον διάβασε κάποτε σε παλιά έκδοση της ”Εργατικής Εστίας”:

– […] Σαν Φυλή σταθήκαμε άξιοι της ιστορίας μας. Τώρα είναι χρέος μας σαν άτομα να σταθούμε άξιοι της Φυλής μας. Ψηλά τις καρδιές οι Πανέλληνες και ψηλά τις Σημαίες!..

Ανατρίχιασε σύγκορμη. Ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να θερμάνει τις καρδιές των μαθητών της ανυψώνοντας το φρόνημά τους με τα ζωντανά πρότυπα του ’40 που παρέμεναν υψηλά παραδείγματα αυταπάρνησης και θυσίας για την πατρίδα.

”Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δώσουμε ένα αλησμόνητο μάθημα στον Τούρκο διεκδικητή, αν επιχειρήσει να μας αιφνιδιάσει”, είπε φωναχτά και κατευθύνθηκε προς την πόρτα ψύχραιμη και αποφασισμένη.

Σχετικά άρθρα: