ΑΝΑΤΡΟΠΗ

ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Τον Παναγιώτη Σάλιο, επειδή στα τελευταία του μια ασθένεια τον είχε κλειδώσει στο σπίτι του – έφυγε από τη ζωή στα εξήντα τρία του χρόνια – δεν πρόλαβα καν ούτε να τον αντικρίσω.

Ένα φοβερό γεγονός, που μου το αφηγήθηκε πρόσφατα η Αρετή, η κόρη του, με συγκλόνισε πραγματικά.

… Δώδεκα χρονών δούλευε στον κάμπο. Μια παρατήρηση, για την ποιότητα της δουλειάς τον εκνεύρισε, απερίσκεπτα σηκώνει σε χωράφι του Τεριαχατιού το φτυάρι και χτυπάει κατακέφαλα τον αγά.

Για να αποφευχθούν οι συνέπειες, την ίδια νύχτα του επεισοδίου, οι γονείς του πονεμένοι, κατατρομαγμένοι, του ράβουν με ό,τι βρήκαν κοντοπαντέλονο – ως τότε φορούσε μόνον ρουτί – και τον φυγαδεύουν.

Έβαλαν τον μικρούλη σε καράβι, με συνοδό συγχωριανό τους και τον στέλνουν στην Αυστραλία.

Τον ψυχοπόνεσαν και τον συμμάζεψαν εκεί παππάδες μιας ενορίας. Του έδωσαν και δουλειά. Να μαζεύει τα φύλλα που έριχναν τα δέντρα στο προαύλιο της εκκλησίας.

Σε συνέχεια, ταχτοποιούσε βιτρίνες σε μαγαζιά, έκανε τον λαντζέρη σε μαγειρειά. Ταυτοχρόνως, πρόσεχε και το μάγειρα, πώς ετοίμαζε τα φαγητά.

Την ημέρα δούλευε σκληρά, τη νύχτα διάβαζε. Άρεσε την Ιστορία, την Γεωγραφία, ακόμα και τη Φιλοσοφία. Τον μάλωναν οι γείτονες, που έβλεπαν στο δωμάτιο του όλη τη νύχτα αναμμένο φως. Γιατί έπρεπε να ξεκουραστεί.

Μαθαίνοντας τη μαγειρική, τον προσλαμβάνουν σε καράβι μακρινών ταξιδιών μάγειρα. Θαλασσοδέρνεται. Του κλαίει το μάτι για στερεά. Όμως, του δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσει τον κόσμο καλά.

Όπου το καράβι αγκυροβολεί, πιάνει στερεά, αυτός γίνεται ολόκληρος όραση κι ακοή. Συνέχεια μαθαίνει: τα κράτη, τις χώρες. Τη ζωή.

(Η μικρή Αρετή, που περίμενε με λαχτάρα στο χωριό τον σινεμά, τον παρατούσε αν ο πατέρας της, της αφηγούνταν ιστορίες από τα πολλά ταξίδια του).

Στο περιβάλλον που εργάζονταν και ζούσε, ο Παναγιώτης ήρθε τότε σ’ επαφή με την ιδεολογία εκείνης της εποχής. Ότι άκουγε, σε σχέση με αριστερό πρόσχημα, το ‘παιρνε στα σοβαρά. Φανατιζόταν. Διαφωνεί ακόμα και με τον αδελφό του, που πίστευε διαφορετικά.

Η συνέχεια:

Μια καλή μέρα γυρίζει στο χωριό του, μ’ ένα μπαούλο γεμάτο με «προοδευτικά» βιβλία, όταν οι φίλοι του κουβαλούσαν ρούχα και λεφτά. Στην κομμουνιστική Αλβανία, καθώς συναντάει αδικία στα διάφορα μέτωπα εργασίας του: μουσείο, βιβλιοθήκη, βυρσοδεψείο, κ.λ.π., το σκοτάδι του κομμουνισμού, αλλάζει ριζικά. Κάνει την ανατροπή, την υπέρβαση.

Πετάει από μέσα του όλη τη σκουριά, γίνεται άλλος άνθρωπος. Δέχεται τον καπιταλισμό.

Και κατέληξε τότε στο συμπέρασμα: «Αν διάβαζα επιστημονικά βιβλία, θα είχα γίνει επιστήμονας. Όλα αυτά – με κομμουνιστικό περιεχόμενο – που πέρασαν από τα χέρια μου, ήταν χαμένος χρόνος».

Φίλους είχε την αφρόκρεμα του χωριού, όπως: τον Χρήστο Λιάκο, το Βαγγέλη Μέτσε, τον Αχιλλέα Οικονομίδη, τον παππα – Μιχάλη Ντάκο…, που τον επισκέπτονταν συχνά κι έκαναν μαζί συζητήσεις προχωρημένου επιπέδου, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής.

(Στη φωτογραφία είναι ο Παναγιώτης Σάλιος, η γυναίκα του και η κόρη του, η Αρετή)

29/12/2019

Γιώργος Μύτιλης